Ordh

Blind In Abyssal Realms

Pulverised Records (2026)
Από τον Βλάση Λέττα, 29/05/2026
Βαθιά στην άβυσσο κινούνται φοβερά τέρατα που βλέπουν μόνο ήχους
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Το πρώτο ερώτημα που σχηματίστηκε στο μυαλό μου βλέποντας το εξώφυλλο και το όνομα της μπάντας ήταν τί σημαίνει Ordh και πόσο επικίνδυνα θα είναι τα πλάσματα που θα βγουν απ’ τα ηχεία μου. Η απάντηση στην πρώτη ερώτηση δίνεται στο bandcamp του ίδιου του συγκροτήματος: Ordh είναι η διεφθαρμένη εκφορά μιας αρχαίας αγγλοσαξονικής λέξης που σημαίνει μύτη της λόγχης. Για το τί είδους τέρατα απελευθερώθηκαν στο σαλόνι του σπιτιού μου θα πούμε δυο κουβέντες στη συνέχεια.

Καταρχήν οι Ordh μπορεί να είναι μια καινούργια μπάντα δισκογραφικά, το "Blind In Abyssal Realms" είναι το ντεμπούτο τους, αλλά οι μουσικοί που βρίσκονται από πίσω έχουν γράψει πολλά χιλιόμετρα στο χώρο του ακραίου underground. Μέλη από τους Barishi και τους Come To Grief συναντήθηκαν με τον παραγωγό Mikey Allred (Inter Arma, All Them Witches κ.α) και τον ζωγράφο Paolo Girardi (Cryptopsy, Grima, Manilla Road, Mother Of Graves και The Black Dahlia Murder ανάμεσα σε πολλά άλλα) και έστησαν, με σοβαρή υπομονή και μεράκι, μια ολοκληρωμένη πρόταση στο χώρο του ακραίου, αβυσσαλέα ατμοσφαιρικού, μελωδικά κλασικού αλλά ταυτόχρονα προοδευτικού, ήχου.

Ο δίσκος αποτελείται από πέντε συνθέσεις, συνολικής διάρκειας κάτι παραπάνω από σαράντα τρία λεπτά. Μιλάμε λοιπόν για κομμάτια με αρκετό χώρο όπου όμως στα περισσότερα έχει περαστεί μεγάλος όγκος από πολυεπίπεδη πληροφορία. Αν αυτό τρομάζει κάποιο τότε εδώ θα δυσκολευτεί. Δεν είναι εύκολη η γρήγορη η αφομοίωση του υλικού στο "Blind In Abyssal Realms", όπως δεν ήταν γρήγορη και η δημιουργία του. Οι ίδιοι οι Ordh ξεκαθαρίζουν ότι δε βιάστηκαν πουθενά με το δίσκο, πήραν το χρόνο τους, γράψανε και ξαναγράψανε μουσική, ιδέες, πειράματα μέχρι να έρθει στη τελική του μορφή. Η διαδικασία αυτή μάλιστα πήρε περίπου μία πενταετία.

Ηχητικά δεν ακούγεται πουθενά συμβατικός, σε σχέση τουλάχιστον με τις πιο δοκιμασμένες λύσεις του σκληρού ήχου σήμερα. Ακολουθεί το δρόμο της μίξης διαφορετικών χαρακτηριστικών, με κύρια το death metal, το progressive και το sludge/doom, αλλά αποφεύγει πολυ-εφαρμοσμένες επιλογές που ίσως κάποιο περιμένει ακούγοντας αυτές τις λέξεις. Υπάρχει πολλή μελωδία, υπάρχουν οι δαιδαλώδεις ροές αλλά όχι η εύκολη εναλλαγή ανάμεσα σε πιασάρικα Porcupine Tree και Opethικά μέρη. Επιμένουν σε απόκοσμα φωνητικά και ακραίες κιθάρες, δημιουργούν δυσαρμονικά δίπολα ανάμεσα σε riff και lead, προσθέτουν blast beats, κρατούν έναν φυσικό ήχο στα τύμπανα με δυναμικές και σκληρή underground αισθητική ενώ περνούν από τις διαφορετικές τους επιρροές με τρόπο που δεν στοχεύει στον εντυπωσιασμό αλλά στη θεματική καταγραφή της προσωπικότητας και την επαναπροσέγγιση της ιδέας στη μουσική.

Οι μελωδίες βέβαια παίζουν σημαντικό ρόλο στις συνθέσεις, δε μιλάμε για έναν αχταρμά ιδεών χωρίς όριο, συμπάγεια και άποψη. Όχι, δεν ακολουθούν τη συνταγή θα τοποθετήσουμε 82 σκέψεις σε μια πρόταση και η τελεία θα μπει μετά από τρεις σελίδες. Έχει ροή η κίνηση της μουσικής, έχει ατμόσφαιρα και γίνεται αντιληπτό το περιεχόμενο, όσο κι αν δύσκολα αφομοιώνεται. Μάλιστα, σε κάποια σημεία, θα το πεις μέχρι και άμεσο, ειδικά όταν τοποθετούν τις πιο heavy metal, και Iron Maiden μη σου πω, επιρροές τους στο μείγμα. Φυσικά δε λείπουν οι πιο 70s στιγμές, δε γίνεται αλλιώς εδώ που τα λέμε, εκεί είναι οι ρίζες του progressive, αλλά είναι περιορισμένες και δεν χρησιμοποιούνται με τετριμμένο τρόπο. Κάπου κάπου θα έλεγα ότι μου έφεραν στο μυαλό τους Blood Incantation, ίσως και λόγο της πιο κοσμικής θεματικής, αλλά δε θα έλεγα ότι έχουν το εύρος τους, ούτε την ικανότητα να παράγουν τόσο πλήρη σύνολα χωρίς περιττά σημεία.

Καταλαβαίνω ότι μερικές φορές η επιλογή να δώσουμε λίγο παραπάνω χρόνο σε κάποια μέρη έχει στόχο την ανάπτυξη της ατμόσφαιρας, αλλά συχνά έχει αποτέλεσμα να ανοίγει ένα κομμάτι περισσότερο απ' ότι μπορεί να υποστηρίξει. Οι Ordh, με εξαίρεση μάλλον το ομώνυμο κομμάτι, αποφεύγουν αυτή την παγίδα, ίσως και λόγω της δυνατότητας επιστροφής που είχαν ξανά και ξανά στο υλικό μέχρι να το φέρουν εκεί που πρέπει.

Αν ήταν λίγο πιο μαζεμένο το ομώνυμο κομμάτι, και ίσως πιο υπαρκτό το μπάσο στη μίξη, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα της χρονιάς. Παρόλα αυτά παραμένει κι έτσι μια πολύ δυνατή κυκλοφορία που αφήνει πολλές προοπτικές για τη συνέχεια και μας κάνει να τους σημειώσουμε με σοβαρές ελπίδες.

  • SHARE
  • TWEET