Death Angel

Relentless Retribution

Nuclear Blast (2010)
Από τον Βαγγέλη Ευαγγελάτο, 08/11/2010
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;
Το "Relentless Retribution" είναι το τρίτο album των Death Angel από τις αρχές την προηγούμενης δεκαετίας και το comeback τους. Η αναζωπύρωση του κλασικού thrash ήχου που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια δεν αφήνει ασυγκίνητη τη μπάντα, που πριν κάποιο καιρό δήλωνε ότι ο φετινός της δίσκος θα είναι ο βαρύτερος της καριέρας της. Οι νεοεισελθόντες Damien Sissom και Will Carroll, σε μπάσο και τύμπανα αντίστοιχα, αλλά και ο Jason Suecof (Trivium, All That Remains, DevilDriver) στην παραγωγή είναι οι αλλαγές από το "Killing Season" και δείχνουν αρκούντως ικανοί και σημαντικοί για να κάνουν τη διαφορά και να ισχυροποιήσουν το αποτέλεσμα.

Με μία κατά βάση old-meets-new κατεύθυνση, οι Φιλιππινο-Καλιφορνέζοι αναμειγνύουν ήχους και υφές διαφόρων ειδών, πάντα μέσα από το προσωπικό τους, αναγνωρίσιμο πρίσμα. Τα απλά καλούπια των τραγουδιών τους, που θυμίζουν τις πρώτες τους δουλειές, τα metalcore breakdowns, τα πολυσχιδή φωνητικά του Mark Osegueda, το (αισθητά μειωμένο) groove, οι πελώριες μελωδίες και οι λιγοστές funk καταβολές κατορθώνουν κάθε άλλο παρά να αποπροσανατολίσουν. Ακόμα και με μόλις δύο αυθεντικά μέλη στο lineup, παραμένουν όσο Death Angel ήταν πάντα.

Το "Relentless Revolution", που ανοίγει το δίσκο, ανταποκρίνεται επαρκώς στον τίτλο του, υποκινώντας εξαρχής τον ακροατή με τα χαρακτηριστικά Bay Area riff του. Τα "Claws In So Deep" και "Truce", που έπονται, πλησιάζουν ηχητικά συγκροτήματα όπως οι Trivium, οι Shadows Fall και οι Killswitch Engage, χωρίς ωστόσο να ακούγονται ξεκάρφωτα και να ξενίζουν. Σ' αυτό το ελάττωμα όμως υποπίπτει η συμμετοχή του ντουέτου Rodrigo Y Gabriela στο πρώτο από τα δύο. Αν και τεχνικά άρτιο και πανέμορφο, το ακουστικό τους πέρασμα είναι άστοχα τοποθετημένο και εκτός κλίματος - ίσως μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα αν αποτελούσε εισαγωγή του album.

Δυνατά σημεία αποτελούν και τα «αναμενόμενα απρόβλεπτα» Death Angel τραγούδια, κάθε ένα και για διαφορετικό λόγο. Στο "Death Of The Meek" συναντάμε σε μεγάλο βαθμό τον groove-άτο προσανατολισμό των τελευταίων δύο κυκλοφοριών, και στο οποίο διασταυρώνονται στοιχεία από έξι-επτά διαφορετικές μπάντες. Το "Opponents At Sides" είναι μάλλον το πιο ήπιο και ραδιοφωνικό -πλην πολύπλευρο- κομμάτι του δίσκου και, παρά τον progressive χαρακτήρα και τα alternative φωνητικά των Osegueda και Cavestany, η μπάντα φαίνεται εκπληκτικά εξοικειωμένη και ευέλικτη, θυμίζοντας παράλληλα και κάτι από τους The Organization. Με το ακουστικό και όμορφα τραγουδισμένο από τον Cavestany "Volcanic", αυθόρμητα σκέφτεσαι το "A Room With A View" ή το "Resurrection Machine" και αναλογίζεσαι πόση μελαγχολία και μελωδικότητα μπορούν να χωρέσουν σε έναν thrash δίσκο.

Γενικά, από τα δώδεκα κομμάτια του "Relentless Retribution" το μόνο που υστερεί κάπως, κατά τη γνώμη μου, είναι το "Absence Of Light" κι αυτό οφείλεται στη μεγάλη ομοιότητά του με Metallica. Όλα τα υπόλοιπα συγκροτούν μία εξαιρετικά ισορροπημένη μίξη παλιού και νεότερου metal, όπου οι προαναφερθείσες μπάντες του NWOAHM βρίσκονται σε συμμετρία με τους Exodus, τους Kreator, τους Testament και τους Anthrax. Τραγούδια όπως το "River Of Rapture", το "This Hate" ή το "I Chose The Sky", για παράδειγμα, μπορούν να αντιπροσωπεύσουν επάξια μια ολόκληρη σκηνή.

Προσθέστε σε όλα αυτά μία κιθαριστική δουλειά για σεμινάριο από τους Cavestany και Aguilar, έναν λυσσαλέο Osegueda, που χωρίς υπερβολή τραγουδάει καλύτερα από ποτέ, και ένα διόλου τυχαίο rhythm section, που προκαλεί αίσθηση με το καλημέρα. Βάλτε τα κάτω από την υποδειγματική παραγωγή του Suecof (ο οποίος παρεμπιπτόντως συμμετέχει με ένα solo στο "Truce") και ιδού! Έχετε έναν από τους thrash δίσκους της χρονιάς. Έτσι απλά.
  • SHARE
  • TWEET