Boundaries

Yearning: The Unbeautiful After

Sumerian Records (2026)
Από τον Βλάση Λέττα, 28/07/2026
Βίαιο, ηχητικά ανυπόφορο και, μέσα από την ακρότητα της έντασης, καθαρτικό
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Οι Boundaries στήνουν εδώ και μια πενταετία μια πολύ συμπαγή ταυτότητα μέσα στα όρια του core. Με τέσσερις δίσκους, πλέον, στα χέρια τους κινούνται σταθερά στα πιο επιθετικά, πιο ακραία ρεύματα του χώρου. Όχι, δεν είναι deathcore μπάντα, metalcore παίζουν, αλλά θα βρει όποιο στραφεί στη μουσική τους περισσότερη οργή παρά συναίσθημα και μελωδία. Ουσιαστικά συνδυάζουν το melodic metalcore του πρώτου μισού των zeros με κάποιες πιο σύγχρονες τάσεις. Όχι τις mainstream που προσεγγίζουν το pop, αλλά πιο άγριες τοποθετώντας ένα σκασμό από breakdown και, ως επί το πλείστον, φωνητικά και παραγωγή που δεν κάνει εύκολες τις ακροάσεις από τα μεγάλα ακροατήρια.

Στη φετινή τέταρτη δουλειά τους δείχνουν ότι βρίσκουν, ακόμα περισσότερο, τον τρόπο που ενώνει το χθες με το σήμερα κάτω από έναν προσωπικό ήχο, ένα στίγμα που δεν είναι καθόλου εύκολο να σχηματιστεί στα πλαίσια του χώρου αυτού. Αυτό που γρήγορα ξεχωρίζει και δίνει ενδιαφέρον στους Αμερικανούς από το Hartford είναι σίγουρα τα φωνητικά. Παθιασμένα, brutal, συχνά δυσπρόσιτα με έναν τρόπο που, ακόμα και στα καθαρά τους, δεν ακούγονται καθόλου εύκολα, εμπορικά ή γρήγορα προσβάσιμα. Προσθέτοντας την παραγωγή που βάζει στο προσκήνιο τις κιθάρες με έναν καθόλου γυαλισμένο, κρυστάλλινο ή ζεστό ήχο, το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που θα συσπειρώσει ούτε το τεράστιο κοινό του modern metalcore ούτε όμως του «κανονικού metal». Το ότι κάνουν σοβαρή επιτυχία λοιπόν, δεν μπορεί παρά να αποδοθεί στο ότι δίνουν κάτι που ξεχωρίζει. Κάτι που δεν αποξενώνεται από τις ρίζες του ήχου, σκοπεύοντας να γίνει πιο εύπεπτο και catchy, αλλά ταυτόχρονα δεν καταλήγει σε καμία περίπτωση απλό ανακουφιστικό παράγωγο για τη φαγούρα της νοσταλγίας.

Το "Skies Cast Amber Black" φέρνει στο επίκεντρο την επιθετική προσέγγιση του metallic hardcore, στα πρότυπα των Knocked Loose. Περίπου. Ταυτόχρονα όμως στο "May This Pain Never Leave" υπάρχουν riff, δομές και ρεφρέν που πηγαίνουν είκοσι χρόνια πίσω. Το πολύ ενδιαφέρον όμως είναι ότι το σύνολο δεν ακούγεται σαν ένα κολάζ διαφορετικών επιρροών, έχει σφιχτή ροή και δεν αφήνει χαραμάδες αμφισβήτησης για το ενιαίο του οράματος. Ακόμα κι όταν πιάνουν τα πιο μελωδικά σημεία τους, όπως στο "Unequal Whole" διατηρούν αυτό το αγριεμένο ύφος που χαρακτηρίζει το δίσκο.

Αν υπάρχει μισή, και λιγότερο μάλλον, αμφιβολία για το αποτέλεσμα, αυτή έχει να κάνει με τη διάρκειά του. Έχω την αίσθηση ότι ακριβώς λόγω της υφής του συνεχούς σφυροκοπήματος, θα ήταν καλύτερα αν έκλεινε στα δέκα περίπου λεπτά λιγότερα, δηλαδή κάπου στα τριάντα πέντε. Από την άλλη βέβαια όταν προσπαθώ να σκεφτώ ποιο κομμάτι θα αφαιρούσα δυσκολεύομαι ιδιαίτερα. Οπότε; Ξέρω γω, ας κρατούσαν δύο, τρία από το δεύτερο μισό του άλμπουμ για ένα EP.

Εν κατακλείδι, το τέταρτο άλμπουμ των Boundaries είναι ένα ακόμα τοπικό μέγιστο στη μεγάλη καμπύλη του φετινού metalcore. Το ότι και αυτό στέκεται σαφώς προς μια περισσότερο ακραία, ωμή τάση του χώρου το κρατάμε για να το αξιολογήσουμε στο τέλος της χρονιάς. Ίσως και στις δυο τρεις επόμενες. Για κάποιο λόγο πάντως θα το πω ελπιδοφόρο.

  • SHARE
  • TWEET