Eli & The Portraits: «Η απώλεια είναι τόσο ισχυρό συμβάν, που μπορεί να γεννήσει δημιουργία»

Συζητάμε με τον mainman του νεοσύστατου σχήματος, Χρήστο Παπαδόπουλο, για τα παραμύθια, το indie folk, τον Tolkien και την τελετουργία του να ακούς μουσική με πικάπ

Από τον Μάνο Κορνηλάκη - Ορφανουδάκη, 11/02/2026 @ 11:25

 Είναι τέτοια η κυκλοφορία δίσκων μέσα σ’ ένα έτος, που μετά από ενδελεχή έρευνα, χαρτογράφηση των κυκλοφοριών, και αναζήτηση σε λίστες και promotional mails, είναι πάλι πιθανό να σου ξεφύγουν διαμάντια. Ένα τέτοιο είναι το ντεμπούτο των Eli & the Portraits, "The Jungle Within", που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2025. Πρόκειται για ένα πληθωρικό μουσικό άλμπουμ, στο οποίο τα progressive rock concept albums, η folk, τα παραμύθια και τα soundtracks (σκέφτομαι και το musical "Cats"), παντρεύονται με καταπληκτική μαεστρία, σε μία ιστορία που όλα τα ζώα μαζεύονται μπροστά στον βασιλιά, το Λιοντάρι, και εκφράζουν τα παράπονά τους ένα ένα.  

Πίσω απ’ αυτό το θαμμένο διαμάντι βρίσκεται ο Χρήστος Παπαδόπουλος - ηθοποιός, μουσικός, και γενικός οραματιστής του σχήματος. Βρήκαμε, λοιπόν, την ευκαιρία ένα απόγευμα να κουβεντιάσουμε, ώστε να μας συστήσει στο συγκρότημά του και την πρόσφατη κυκλοφορία τους, αλλά και να μας ξεδιπλώσει τις σκέψεις του για την μουσική, την τέχνη της αφήγησης.

Eli & The Portraits

Γεια σου Χρήστο! Χαίρομαι που σε γνωρίζω, και σε καλωσορίσω στο Rocking.gr. Πριν ξεκινήσουμε με τις ερωτήσεις, ίσως θα ήθελες να πεις μερικά λόγια για το σχήμα των Eli & the Portraits, σαν εισαγωγικό για να σας γνωρίσουν καλύτερα κι οι αναγνώστες μας.

Οι Εli & the Portraits είναι ένα πρότζεκτ που ξεκίνησε πριν από περίπου δέκα χρόνια, με το όνομα αυτό, στη Θεσσαλονίκη. Το ξεκίνησα εγώ, το ίδρυσα όλο αυτό. Γράφω τραγούδια στον indie folk είδος πάνω από δέκα χρόνια τώρα, εμπνευσμένος κυρίως απ’ τα ακούσματά μου από Tom Waits, Leonard Cohen, Nick Drake κι όλο αυτό το φάσμα του folk, blues, δεν-ξέρω-κι-εγώ-πώς-να-το-πω, ήχου. Το λίγο πιο αφηγηματικό είδος μουσικής, πιο θεατρικό – ειδικά απ’ τον Tom Waits και Nick Cave έχω πολλές επιρροές.

Μαζεύτηκαν σε κάποια φάση αυτά τα τραγούδια, που λες, κι είπα να τα παρουσιάσω στον κόσμο. Σ’ ένα μικρό θεατράκι στη Θεσσαλονίκη που το είχαν κάτι φίλοι, το «θέατρο εΦ», κάναμε το 2017 μία πρώτη παρουσίαση εγώ, κάποιοι καλεσμένοι φίλοι μου γνωστοί μουσικοί. Η παρουσίαση κράτησε δύο ώρες με αυτές τις συνθέσεις και κάποιες διασκευές, και σαν συνδετικό υλικό ανάμεσα στα τραγούδια είχα επιλέξει διάφορα κείμενα, είτε από λογοτεχνία, είτε από ποίηση, δικά μου και άλλων, για να υπάρχει μία ενιαία αφήγηση, η οποία τότε ήταν πολύ αφηρημένη. Αργότερα υπήρξε η ιδέα να γράφω κάποιες ιστορίες γύρω από αυτόν τον χαρακτήρα, τον Eli, και τις περιπέτειές του στην υποτιθέμενη ζωή του.

Όσον αφορά το όνομα, είναι από ένα θεατρικό έργο του Dylan Thomas, το «Κάτω απ’ το Γαλατόδασος", που γράφτηκε το 1952, παρουσιάστηκε ραδιοφωνικά το ’53 – αφότου είχε πεθάνει ο Dylan Thomas – και είναι ουσιαστικά μία ωδή στην ευτυχία και στην ειρήνη. Το έγραψε μετά τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που έζησε στην Μεγάλη Βρετανία. Σ’ αυτό το θεατρικό υπάρχει αυτός ο χαρακτήρας, ο Eli Jenkins, ο οποίος καταγράφει όλη την ιστορία του χωριού στο οποίο μένει, και την γράφει σε μορφή ποιημάτων και gospel τραγουδιών.

Κι απ’ όσο έχω διαβάσει είναι κι ένας ρόλος που έχεις ενσαρκώσει στο θέατρο.

Ναι, ήταν ο πρώτος μου ρόλος στο θέατρο.

Είναι έτσι κι ένας δικός σου προσωπικός, αυτοβιογραφικός φόρος τιμής; Ένα σημαντικό σου ξεκίνημα που το διατηρείς στο χρόνο;

Μπορείς να το πεις κι έτσι. Ήταν η πρώτη μου δουλειά στο κύριο επάγγελμά μου, οπότε είμαι συνδεδεμένος με αυτό, 100%. Αλλά με είχε συγκινήσει και το πώς αυτός ο άνθρωπος κουβαλούσε πάνω του την ιστορία μίας ολόκληρης κοινότητας, η οποία είχε μόνο στόχο την ευτυχία και την αλληλεγγύη και τα αλληλοπειράγματα, τα ευτράπελα – γιατί πρόκειται για ένα κωμικό ως επί το πλείστον έργο, και νοσταλγικό. Είναι μία κοινότητα και μία κοινωνία που νοσταλγεί κάτι που έχασε και προσπαθεί να το βρίσκει μέρα με την μέρα.

Και στις πιο δύσκολες στιγμές, ο άνθρωπος δημιουργεί

Δεν ξέρω αν αυτό το κόνσεπτ, σαν αύρα, μας φέρνει και στο δίσκο του "The Jungle Within". Υπάρχει μία αίσθηση νοσταλγίας και στο δίσκο;

Υπάρχει, βέβαια. Τώρα αν με ρωτήσεις πώς ξεκίνησε όλο αυτό, θα απαντήσω «τυχαία, όπως όλα». Όσον αφορά το κόνσεπτ της ιστορίας του "The Jungle Within", σκέφτηκα χιουμοριστικά να γράψω τι θα έλεγε ένας ελέφαντας σε μία συνεδρία ψυχοθεραπείας, ποια θα ήταν τα προβλήματά του, τι θα μπορούσε να έχει χάσει απ’ τη ζωή του και θα μπορούσε να το ξαναβρεί. Το κόνσεπτ της απώλειας, όπως και στο έργο του Dylan Thomas, υπάρχει. Η απώλεια είναι ένα πολύ ισχυρό συμβάν στη ζωή ενός ανθρώπου, που μπορεί να γεννήσει δημιουργία. Αυτό είναι το πιο σημαντικό για μένα. Μέσα απ’ τις ιστορίες μου και μέσα απ’ το θέατρο, με συγκινεί που έχει υπάρξει πολλή δημιουργία σ’ αυτόν τον κόσμο. Παρ’ όλο που τώρα μοιάζουν τα πράγματα να είναι λίγο χαώδη και άσχημα, καλό είναι να θυμόμαστε ότι ο άνθρωπος, και στις πιο δύσκολες στιγμές, δημιουργεί, και ό,τι χάσαμε μπορούμε να το ξαναβρούμε. Αυτό είναι το κόνσεπτ, και πως μόνο μέσα απ’ τις μικροκοινότητές μας και την μεγάλη μας κοινότητα, και την αλληλεγγύη, μπορούμε να ανακτήσουμε κάτι που χάθηκε.

Η λέξη κλειδί για την ιστορία αυτού του άλμπουμ είναι η λέξη «σύνδεση»

Βάζεις ένα αρκετά πολιτικό τόνο, ανοίγεις και το κομμάτι της ψυχοθεραπείας από νωρίς – δηλαδή, σκέφτομαι πως το πρώτο κομμάτι του δίσκου ονομάζεται "Petey S. Dee". Δεν μπορώ να μην ρωτήσω, ειδικά με την επικαιρότητα που το δένεις, καθώς είμαστε στην εποχή του συνθήματος "No Kings": το λιοντάρι απαρνιέται το ρόλο του βασιλιά μπροστά στα προβλήματα των άλλων ζώων. Αυτό είναι το νόημα της ιστορίας. Υπάρχει εκεί κάτι σαν μήνυμα;

Δεν το είχα σκεφτεί εκ των προτέρων πολιτικά. Το τι μπορεί να αποκτήσει πολιτικό αποτύπωμα, αυτό έγκειται στον κάθε ακροατή και αναγνώστη, το πού ακουμπά πολιτικά αυτή η ιστορία. Πιο πολύ για μένα το λιοντάρι ήταν ένας εσωτερικός δερβέναγας κι ελεγκτικός μηχανισμός που έχει ο καθένας μέσα του. Κρατάει κάπως τα κομμάτια του κατακερματισμένα. Αν σκεφτείς ότι τα υπόλοιπα ζώα είναι τα κομμάτια μας, υπάρχει ένας ελεγκτικός μηχανισμός που αν του δώσουμε το κομμάτι της ελευθερίας που του αναλογεί, μπορεί να συμβούν πολύ ωραίες συνδέσεις. Η λέξη κλειδί για την ιστορία αυτού του άλμπουμ είναι η λέξη «σύνδεση», να συνδεθεί ο καθένας με τα διάφορα κομμάτια του, την αυτοπεποίθησή του, την μοναξιά του, ακόμη και τα σκοτεινά του κομμάτια.

Υπάρχουν όντως πολλοί χαρακτήρες και πλευρές στο δίσκο, κι αυτό αποτυπώνεται και στη μουσική. Ακούγοντας το άλμπουμ, με συναρπάζει πόσο μουσικά πλούσιος είναι. Θέλω να ρωτήσω αν αυτό ήταν συνειδητό, αν αυτός ο πλούτος ήταν μία μεγάλη πρόκληση για να βγει, και με τι αναφορές χτίστηκε;

Θα σε πάω λίγο πίσω, στο πώς δομήθηκε όλο αυτό το πρότζεκτ μέσα στα χρόνια. Στην πρώτη παρουσίαση ήμουν εγώ μόνος μου κι όσοι κάλεσα για να με βοηθήσουν. Είχα guest μουσικούς. Στην πορεία, επειδή μας πέτυχε μία καραντίνα στη μέση, ξεκίνησα να κάνω πρόβες με ένα φωνητικό σύνολο, με τέσσερις φίλες μου ουσιαστικά, και κάπως κούμπωσε η πολυφωνία, και μου άρεσε πολύ σαν κόνσεπτ. Το πολυφωνικό σύνολο και μία κιθάρα από πίσω να συνοδεύει. Μου άρεσε πολύ το αποτέλεσμα. Σκέψου ότι αυτό το πρότζεκτ που ακούς το έχουμε παρουσιάσει στην Θεσσαλονίκη με μία κιθάρα και πέντε φωνές, ακριβώς όπως είναι τώρα αλλά με άλλη ενορχήστρωση.

Οπότε η πολυφωνία, σαν μία ευρύτερη έννοια, είναι κάτι που πάντα με τσιγκλούσε ευχάριστα, δημιουργικά. Φώναζα μουσικούς που έδιναν το δικό τους κομμάτι, και φτιαχνόταν κάτι που δεν είχα φανταστεί. Μπορεί στην αρχή να με ξένιζε, μετά να μου άρεσε περισσότερο, κάτι κρατούσαμε, κάτι πετούσαμε, κι έτσι συλλογικά δουλεύαμε. Σε καμία περίπτωση δεν είμαι ένας μουσικός που γράφει νότες στο χαρτί – υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που το κάνουν και τους θαυμάζω απίστευτα. Εγώ γράφω στην κιθάρα και προσκαλώ ανθρώπους να φτιάξουν κάτι πιο σύνθετο. Ακριβώς έτσι έγινε με τον δίσκο.

Ξεκινήσαμε φυσικά απ’ τα απλά στις ηχογραφήσεις, πρώτα κιθάρα, φωνές, και μετά μπήκανε έξτρα όργανα. Σ’ αυτό βέβαια έβαλαν το χεράκι τους όλοι, και το εννοώ, όλοι, ακόμη κι οι guest μουσικοί που ήρθαν στον δίσκο να γράψουν. Έμπαινε ένα τρομπόνι κι άλλαζε όλο το κομμάτι, έβαζε ο Νικόλας ο Πλάτων, ο παραγωγός και ηχολήπτης και τρομπετίστας και τα πάντα, ένα έξτρα συνθεσάιζερ και γινόταν κάτι άλλο το κομμάτι. Τι να πω, είναι το μεδούλι της δημιουργίας και της συνδημιουργίας. Για την μείξη ήταν σίγουρα πρόκληση. Ο Νικόλας την πάτησε κανονικά (γελά), έφαγε τα μάτια του το παιδί και μπόρεσε και τα ένωσε όλα αυτά τα κομμάτια του παζλ πολύ όμορφα. Εγώ δεν το είχα φανταστεί έτσι το άλμπουμ.

Eli & The Portraits

Μα ακούγεται καθαρά κάθε στοιχείο που μπαίνει, και μάλιστα απαντάς μία ερώτηση που είχα. Φαίνεται στα credits να είσαι ένας γενικός επόπτης και ενορχηστρωτής, αλλά δεν ήξερα σε τι βαθμό αυτό είναι ένα solo πρότζεκτ που κάλεσες κόσμο, ή μία συλλογική δημιουργία. Καταλαβαίνω ότι εσύ είχες το όραμα και οι υπόλοιποι έβαλαν το χεράκι τους και βγήκε όλο αυτό.

Είμαστε κάποια σταθερά μέλη εδώ και έξι εφτά χρόνια – δυο τρεις δηλαδή, μην φανταστείς. Οι υπόλοιποι έρχονται στην συνέχεια.

Στο ευφάνταστο της ενορχήστρωσης θέλω να μείνω. Για την ώρα, ως συγκρότημα ταυτίζεστε με το ντεμπούτο σας ηχητικά. Αλλά διαβάζοντας και τις αγαπημένες σου μουσικές σε άλλες συνεντεύξεις, τα concept albums που έχεις ως αναφορές, ξεκινάς απ’ το progressive rock και πας και σε πιο ακραίο ήχο. Αναρωτιέμαι αν φαντάζεστε να μετακινείστε και σε πιο περίεργα μονοπάτια, που δεν είναι τόσο indie folk.

Σίγουρα, σίγουρα. Δεν μπορώ φυσικά να τα προκαθορίσω ή να ξέρω τι θα έρθει στο μέλλον, αλλά έχω κάποια πρότζεκτ στο μυαλό μου για την συνέχεια, δισκογραφικά, τα οποία ναι, παρεκκλίνουν από λίγο μέχρι αρκετά απ’ το ντεμπούτο μας. Κι είναι αρκετά, γιατί είναι μία προσωπική υπόθεση αυτό το πρότζεκτ, και νομίζω ότι θα αγκαλιάσει όλα μου τα ακούσματα, από ακραίο black (γελά) μέχρι το πιο αργό μπλουζ.

Και σ’ αυτήν την πληθωρικότητα που συζητάμε, έρχεται ένα εξώφυλλο, που είναι πολύ minimal. Θα ήθελα να μου το σχολιάσεις, πώς και πήγατε με μία τέτοια κατεύθυνση στο εξώφυλλο.

Τώρα θα ήθελα να είναι εδώ και ο γραφίστας μας, ο Γιώργος Σερέπας, για να το συζητήσει κι εκείνος. Ήταν μία δική του πρόταση. Έχει πολύ γέλιο, γιατί στην πρώτη μας συνάντηση με τον Γιώργο για να συζητήσουμε το γραφιστικό του άλμπουμ, μιλήσαμε ένα τέταρτο για αυτό και τρεις ώρες για Tolkien. Βρήκαμε ένα κοινό σημείο στον "Άρχοντα των Δαχτυλιδιών" κι αυτόν τον απίστευτο παραμυθά, τον Tolkien, και μετά δεν χρειάστηκε να μιλήσουμε πολύ για το άλμπουμ. Μου λέει, κοίταξε να δεις, εγώ φαντάζομαι έναν αφηγητή κι όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες να τον περιτριγυρίζουν, σαν να είναι στο κεφάλι του όλα αυτά, θα παίξουμε με σύμβολα. Και ήθελε να παίξουμε με ένα συγκεκριμένο σύμβολο, που είναι η κορώνα στο έδαφος – spoiler alert!

Ε καλά, το αποκάλυψα κι εγώ στην αρχή!

Όντως, όντως… Οπότε επέλεξα κι εγώ να μην εμφανίζεται τίποτε άλλο στο εξώφυλλο, παρά μόνο αυτή η γραμμή εδάφους κι η πεσμένη κορώνα, που για μένα μπορεί να σημαίνει Α, για κάποιον άλλο μπορεί να σημαίνει Β, Γ.

Eli & The Portraits

Μέχρι να φτάσω στο τέλος του δίσκου, το σκεφτόμουν και σαν δόντια ενός ζώου, έτσι μυτερά.

Κι άλλοι μας το είπαν αυτό, ότι παραπέμπει στα δόντια ενός ζώου.

Πώς όλο αυτό το έργο θα μεταφραστεί σε ζωντανό περιβάλλον, σε μία συναυλία; Το σκέφτεστε πιο μίνιμαλ, ή είστε έτοιμοι να βγείτε στο δρόμο ως ομάδα;

Είναι κάτι που τώρα το συζητάμε. Η αλήθεια είναι ότι είμαστε, όπως είδες, μία πολυπρόσωπη ομάδα, που θα θέλαμε να βγούμε live κοντά στο αποτέλεσμα που ακούγεται στο δίσκο. Αλλά καταλαβαίνεις ότι αυτό είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο, ειδικά για μία μπάντα που δεν την ξέρει ακόμη σχεδόν κανένας. Είναι δύσκολο για διάφορους χώρους να σε δεχτούν, ή φεστιβάλ. Μπορούμε να πάμε μόνο με την πρόταση και να ελπίζουμε. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν διάφορες κουβέντες για άλλα live πρότζεκτ, είτε παρουσιάσεις για το "Jungle Within" σε πιο μίνιμαλ μορφή, είτε παρουσιάσεις άλλων πρότζεκτ – γιατί έχουμε κι άλλες ιστορίες να πούμε. Τις έχουμε στην άκρη, δηλαδή, τις έχουμε έτοιμες. Θα είναι live αλλά πιο youtube-ικό, μέσω βίντεο, κάτι συζητάμε σχετικό.

Αλλά ξέρεις, ο καθένας κάνει από δύο και τρεις δουλειές. Εγώ είμαι εν μέσω της θεατρικής σεζόν, παίζω σε τρεις παραστάσεις. Ο Νικόλας [Πλάτων, τρομπέτα, μείξη, παραγωγή] είναι σε τρία τέσσερα πρότζεκτ διαφορετικά, η Κατερίνα [Πλεξίδα, φωνητικά] δουλεύει σε σχολείο, κι η Σόφι [Παπακοσμά, μπάσο] έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές στο μπάσο. Ο Δημήτρης [Τσόλης, ντραμς] δουλεύει κι αυτός σε θέατρο και σε συναυλίες, οπότε είναι μία συζήτηση πολυπαραγοντική. Όλα του γάμου δύσκολα, καταλαβαίνεις. Ευελπιστώ ότι κάπου θα καταλήξει και θα τα καταφέρουμε, είτε πριν το καλοκαίρι είτε αμέσως μετά, κάτι θα γίνει, και το θέλω πολύ. Όλο το ζήτημα των Eli & the Portraits είναι οι ζωντανές εμφανίσεις, και για το πώς λειτουργεί η αφήγηση σ’ ένα κοινό.

Η όλη ουσία είναι στην επικοινωνία της στιγμής μεταξύ του αφηγητή και του ακροατή

Το οποίο κοινό, είναι τόσο εξοικειωμένο σε ντόπια πρότζεκτ που παίζουν indie folk, και συγκεκριμένα τόσο θεατρικό και παραμυθένιο; Υπάρχει κοινό στην Ελλάδα για όλο αυτό που θέλετε να κάνετε;

Μέχρι στιγμής δεν έχουμε κάνει live στην Αθήνα, όλες μας οι εμφανίσεις είναι στην Θεσσαλονίκη και στις Σέρρες. Η αποδοχή στην Θεσσαλονίκη ήταν πάρα, πάρα πολύ καλή, είναι εντυπωσιακό το πώς μπορεί να συγκεντρωθεί ένα κοινό, παρ’ όλο το εμπόδιο της γλώσσας, σε μία αφήγηση, ό,τι κι αν λέει αυτή, και να συνδεθεί με ό,τι καταλάβει ή ό,τι δεν καταλάβει. Είτε συνδέεται με την αφήγηση, είτε συνδέεται με τα τραγούδια ή και μ’ έναν μεμονωμένο στίχο. Η όλη ουσία είναι στην επικοινωνία της στιγμής μεταξύ του αφηγητή και του ακροατή.

Όσον αφορά τον δίσκο, πολύ καλή αποδοχή έχει μέχρι στιγμής. Όποιος τον ακούει καλά λόγια μας λέει. Να παινέψουμε και λίγο το σπίτι μας, μην πέσει να μας πλακώσει (γελάει). Δεν έχω ακούσει κάποιο παράπονο για τη γλώσσα. Πολλοί μας ζητάνε τους στίχους, είναι και ο distributor που αργεί να ανεβάσει τους στίχους στο Spotify, έχω κάνει τα παράπονά μου.

Στο Bandcamp, πάντως, για να το πούμε, υπάρχουν, και βοηθάει πολύ.

Το Βandcamp καλό θα ήταν να το ανακαλύψει περισσότερος κόσμος (γελάει). Να έχει αποδοχή. Και στο YouTube υπάρχει το full album video με όλους τους στίχους.

Είναι πολύ προσεγμένo το πώς το έχετε βγάλει. Εγώ το άκουγα περισσότερο απ’ το Bandcamp, και μπόρεσα να απολαύσω τους στίχους, γιατί έχει γίνει πολύ καλή δουλειά εκεί. Η αφήγηση ξεδιπλώνεται, και οι μονόλογοι. Δεν είναι ένα album που ποντάρει στην λακωνικότητα ή σε μία αφηρημένη ποιητικότητα. Οι στίχοι ήταν τόσο καλοδουλεμένοι όσο κι η υπόλοιπη μουσική. Δεν ξέρω, όμως, κι εκεί επιμένω, στο αν στην Ελλάδα υπάρχει indie folk σκηνή.

Κοίτα, περάσαμε μία indie folk φάση, εκεί στις αρχές του 2010, εκεί που έγιναν διάσημοι οι Mumford and Sons, οι Flogging Molly. Ακούγαμε. Όπως κι οι άλλοι οι Ιρλανδοί…

Οι Dropkick Murphys;

Ναι! Αλλά ξέρεις, δεν κολλάω σε κάτι τέτοιο. Το κοινό θα κολλήσει με αυτά που θέλει να κολλήσει. Δεν πιστεύω στα hype και στα trends. Πιστεύω ότι μία μόδα μπορεί να επανέλθει, να ξαναφύγει, να επανέλθει. Η μουσική πάντα θα βρει τον δρόμο της προς ένα κοινό που ενδιαφέρεται να την ακούσει. Κι αυτό είναι μεγάλη κουβέντα, το πώς ακούμε μουσική πλέον, το τι είναι η μουσική. Το αν ακούμε μουσική επειδή θέλουμε να ακούσουμε ή την ακούμε καταναγκαστικά – επειδή είμαστε στο δρόμο και σιχαινόμαστε τους ήχους της πόλης ή του μετρό, π.χ. Πάντως, αυτός που θέλει να ακούσει ένα άλμπουμ, όσο δύσκολο ή εύκολο είναι αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, θα κάτσει να το ακούσει.

Βάζεις το ζήτημα του αν ακούμε ή αν καταναλώνουμε μουσική, ή αν ακούμε κυρίως μέσω playlist, πιο ραδιοφωνικό στυλ, ή αν εμβαθύνουμε σ’ έναν δίσκο. Μιας και τα concept albums απαιτούν αφοσίωση, αισθάνεσαι ότι τώρα δεν έχουν την ίδια αξία όπως ήταν πριν τριάντα χρόνια ή και παραπάνω – με τα ένδοξα ‘70s.

Σίγουρα, αν δεις πρόσφατα concept albums, είναι μετρημένα. Τι να θυμηθώ απ’ τα πρόσφατα; Kendrick Lamar, οκ. Ποιος έβγαλε πρόσφατα concept album;

Eli & The Portraits

Οι Fucked Up έβγαλαν πρόσφατα, αν τους γνωρίζεις. Πάλι ιστορίες με ζώα, πολύ κινηματογραφικά άλμπουμ, απλά απ’ την πλευρά του hardcore.

Α, δεν τους γνωρίζω, θα τους ψάξω! Κοίτα, στη metal μουσική, οι μπάντες γνωρίζουν ότι έχουν ένα αφοσιωμένο metal κοινό, που θα κάτσει να ακούσει τη μουσική τους και δεν θα την αναζητήσει για κατανάλωση μέσα από playlist μόνο, εκεί υπάρχει μεγάλη παραγωγή, και παραδοσιακά υπήρχε. Κατά τ’ άλλα, τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 νομίζω πως έβγαιναν άπειρα concept albums, και νομίζω κούμπωνε πολύ ωραία με εκείνη την εποχή που είχε ο καθένας το πικάπ του, τ’ ακουστικά του, καθόταν δίπλα, το φρόντιζε. Είχε μία φροντίδα στις συσκευές, στα μέσα που ακούει μουσική, στον δίσκο, και στο πώς άκουγε. Κι η παραγωγή ήταν περισσότερη. Τώρα, πιστεύω – και δεν θέλω να ακουστώ σνομπ και «μιχ μιχ» – προσανατολίζεται η μουσική στην παραγωγή content, στην παραγωγή περιεχομένου προς κατανάλωση. Σ’ οτιδήποτε κοιτάξεις αριστερά και δεξιά, είμαστε στην παραγωγή content. Ας πάρουμε για παράδειγμα την πέμπτη σεζόν του Stranger Things. Το content που βγήκε ήταν άπειρο, η ουσία; Δεν ήταν ένα αριστούργημα που να δικαιολογεί το τόσο content, αλλά το content δικαιολογεί την τόση θέαση και το τόσο μπλα-μπλα και τις ανεβασμένες μας προσδοκίες από κάτι.

Τώρα, ξέφυγα μάλλον, ξέχασα ποια ήταν η ερώτηση…

Δεν έχει σημασία, γι’ αυτό το λόγο προτιμώ τις συνεντεύξεις που είναι face-to-face, γιατί πάνε σε πολύ απρόβλεπτα μονοπάτια!

Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως οτιδήποτε το φροντίζουμε και του δίνουμε χρόνο, θα βρει το δρόμο για τ’ αυτιά και την ψυχούλα μας. Αν φροντίζεις τη μουσική που ακούς, όπως κι αν την ακούς. Την μαζεύεις στο Spotify, σε playlists, μαζεύεις τ’ αγαπημένα σου video clip στο YouTube, έχεις συλλογή δίσκων; Θα βρίσκουν διάφορες μπάντες το δρόμο για το σπίτι και τις συσκευές σου. Αναπόφευκτα.

Θα χτίζεις και διαφορετική σχέση…

Ναι… Αλλά επειδή βγαίνουν συνέχεια εφαρμογές και τρόποι και μέσα να μας το κάνουν εύκολο το καθετί, η εύκολη ακρόαση μουσικής οδηγεί παράλληλα και σ’ ένα αποκλεισμό για κάποια είδη και κάποιες μπάντες που δεν στοχεύουν τόσο πολύ στο περιεχόμενο, στοχεύουν στην δημιουργία. Απλά, και το αφήνω εκεί.

Φαντάζομαι ότι, όταν αφαιρείς κι όλο αυτό το πιο «παλαιικό» στυλ, με το πικάπ και το βινύλιο-

Μα αυτός είναι ο τρόπος που άρχισα εγώ ν’ ακούω μουσική. Στο πικάπ του μπαμπά μου, με τ’ ακουστικά του. Εκεί γεννήθηκε η μουσική για μένα, και δυσκολεύομαι να αλλάξω στυλ.

Οι τελετουργίες θέλουν χρόνο, τα πράγματα θέλουν χρόνο

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι σ’ αυτή τη διαδικασία υπάρχει ένα τελετουργικό, που κι αυτό με τη σειρά του έχει πολυδιασπαστεί. Προσαρμόζεται σε καταστάσεις ρευστές και ταχύτατες. Όπως λες, ακούω μουσική στο μετρό, συνοδευτικά. Δεν είναι προορισμός το να ακούσω μουσική στην καθημερινότητά μας.

Σε καμία περίπτωση δεν είναι κακό και μεμπτό να ακούς μουσική για να αφαιρείσαι. Η μουσική έχει πάρα πολλές λειτουργίες, απ’ το να είναι ένα distraction, μία συντροφιά, ή κάτι θεραπευτικό. Αυτή η λέξη που είπες, η «τελετουργία», συνδέεται πολύ και με την φύση, που αγαπώ πολύ επειδή είμαι από επαρχία. Είμαι αναγκασμένος να ζω στην μεγαλούπολη, κι είναι η μόνη πόλη που μπορώ να ζήσω και να κάνω το επάγγελμα που κάνω και με ζορίζει, με την απουσία της πολλής φύσης. Η φύση είναι γεμάτη τελετουργίες. Μόνο και μόνο να σκεφτείς τις εποχές, που είναι πολύ πιο καθαρές στην ύπαιθρο, στην φύση, κι όλες τις λειτουργίες του φυσικού περιβάλλοντος και τις βιολογίας.

Αυτές οι τελετουργίες έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, που είναι ο χρόνος. Παίρνουν χρόνο τα πράγματα. Έχουν μία περίοδο κύησης και μετά γεννιούνται, και πρώτα παρακμάζει κάτι και μετά πεθαίνει. Αυτό εμένα με συγκινεί. Το συνάντησα και στον Tolkien, ο οποίος είναι ο ποιητής του να συντηρούμε την ομορφιά της φύσης, να την προστατεύουμε και να την φροντίζουμε. Πιστεύω ακράδαντα ότι έχουμε πολλά πράγματα να φροντίσουμε, και ως πολιτικά όντα και ως όντα ψυχολογικά. Συχνά πέφτουμε στην παγίδα να κόβουμε τον χρόνο που απαιτούν τα πράγματα, κόβουμε δρόμο.

Eli & The Portraits

Οι τελετουργίες προσφέρουν κι ένα κράτημα στην αβεβαιότητα, τα πράγματα έχουν συγκεκριμένα βήματα, συγκεκριμένη σειρά. Κι αυτό προσφέρει μία σιγουριά. Οι ιστορίες γενικά μπορούν να λειτουργήσουν σαν ένα τέτοιο τελετουργικό, και παρατηρώ ότι η τέχνη σου συνολικά, το θέατρο, η μουσική με παραμύθια, τα audiobooks που κάνεις, σαν να είναι χτισμένη γύρω απ’ την αφήγηση και την τελετουργία της.

Κοίτα, όσο κάνω αυτή τη δουλειά, τόσο περισσότερο ανακαλύπτω ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για αφηγήσεις. Πηγαίνουν στο θέατρο, πολύ. Όσο δύσκολο κι αν έχει γίνει τώρα οικονομικά, που ήταν μία δύσκολη σεζόν για το θέατρο κυρίως λόγω οικονομικών. Τα πάντα έχουν δυσκολέψει, το super market έχει δυσκολέψει, η κοινωνικοπολιτική κατάσταση έχει δυσκολέψει, κι ο κόσμος είτε από φόβο είτε από δυσκολία, μένει σπίτι του. Βλέπω, όμως, μία αφοσίωση να πηγαίνουμε κάπου για να ακούσουμε ιστορίες. Που τι είναι οι ιστορίες, του θεάτρου π.χ. Είναι ιστορίες που διατηρήθηκαν επειδή έχουν μία διαχρονική δύναμη να προκαλούν σοκ, με την καλή έννοια. Να προκαλούν ένα ταρακούνημα σ’ όποιον τις βλέπει, σ’ όποιον τις ακούει, να τον παρακινούν να δράσει ή να κάτσει στ’ αυγά του. Έχουν πρωταγωνιστές που ξεχωρίζουν απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, γιατί λένε κάτι, έχουν μία προτροπή προς την κοινότητα.

Πριν κλείσουμε, θα ήθελα να σε ρωτήσω τι ακούς αυτή την περίοδο; Ας πούμε πέντε δίσκους που ακούς τον τελευταίο μήνα.

Παίζει πολύ soundtrack, είναι η αλήθεια, ιδιαίτερα του "God Of War" που μου αρέσει πάρα πολύ. Είμαι τρελαμένος με τους Black Country, New Road, και μάλλον θα πάω να τους ξαναδώ τώρα που έρχονται. Τους είχα δει και πριν δύο χρόνια και ήταν καταπληκτικό live, ήταν πολύ ιδιαίτεροι. Περίμενε να ανοίξω το Spotify μου (γελάει) να δω τι έχω στα πρόσφατα. Α, περίμενε! Ο δίσκος που με βοηθάει πάρα πολύ να αντέξω διαδρομές μέσα στην Αθήνα είναι το "The Heretics" των Rotting Christ. Δισκάρα. Δισκάρα! Το "Closing Time" του Tom Waits επίσης, δεν ξέρω πόσες φορές το έχω ακούσει στη ζωή μου και το ακούω και τώρα. Α, και το soundtrack του "Dune 2". Παίζει soundtrack, γενικά. Βλέπεις, όμως, πώς είναι τα ακούσματά μου, βγάλε άκρη (γελάει). Εκεί μέσα υπάρχει ένα φάσμα που μπορεί να εμφανιστεί στα επόμενα άλμπουμ, με το καλό να έρθουν, να χτυπήσουμε ξύλο!

Εγώ χτυπάω ξύλο και το ελπίζω κιόλας. Προσωπικά δηλώνω ενθουσιασμένος με το ντεμπούτο σας. Κλείνοντας, γιατί ο χρόνος πιέζει, θα ήθελα να πω κι εγώ απ’ τη δική μου πλευρά συγχαρητήρια, γιατί ο δίσκος είναι φανταστικός, κι όπου τον έχω προτείνει, ακούω κι εγώ καλά λόγια. Μπορείς να κλείσεις κι εσύ με όποιον τρόπο θέλεις.

Πιστεύω πως το πιο σημαντικό για την μουσική και την δημιουργία γενικότερα δεν είναι να κλειστεί και να παγιδευτεί σ’ ένα σύνολο από «πρέπει» και από «εδώ και τώρα». Νομίζω το πιο συγκινητικό είναι να διακινούνται οι ωραίες δημιουργίες, οι ωραίοι δίσκοι, οι ωραίοι Έλληνες καλλιτέχνες – που είναι πάρα πολλοί εκεί έξω. Πάω συχνά σε συναυλίες και βλέπω και μου αρέσει πολύ το υλικό που υπάρχει. Και φυσικά, θα ήθελα να ευχαριστήσω και την μπάντα μου, τους Eli & the Portraits, τον Νικόλα, την Κατερίνα, τη Σόφι, τον Αλέξανδρο, τον Δημήτρη, τη Ραφαέλα, και τους guest μουσικούς που ήρθαν, γιατί είναι πια κάτι που θα το έχουμε για όλη μας τη ζωή. Θα το θυμόμαστε. Εγώ τουλάχιστον θα το θυμάμαι για πάντα, είναι η πρώτη μου δουλειά και είμαι πολύ ευγνώμων!

Photo credit: Lucian Amihaesei (cover photo, 1, 4) / απ’ τη σελίδα του συγκροτήματος (2,5) / Γιώργος Σερέπας (3)   

  • SHARE
  • TWEET