Από την πιο συγκινητική μελωδία έως τον πιο ενοχλητικό θόρυβο, πιστεύει βαθύτατα στην θεραπευτική ιδιότητα της μουσικής ως βιωμένη εμπειρία. Έχει αφιερώσει όλο τον ελεύθερο της χρόνο στο να ανακαλύπτει...
Neurosis
An Undying Love For A Burning World
Οι ακραίες εποχές, καλούν σε ακραίες πράξεις κι εκπλήξεις
“We are torn wide open
The separation that burns our hearts
Is the root of all our disease
We’ve forgotten how to live so we suffer
We’ve forgotten how to struggle so we suffer
We’ve forgotten how to die so we suffer
We’ve forgotten we are wild so we suffer
We exist in isolation so we suffer
The dissonance is deafening…”
Ο πόλεμος απειλεί έξω από την πόρτα μας. Τα δικαιώματα των μεταναστών καταπατώνται χωρίς ίχνος σταματημού. Το δικαιώματα που με κόπο κατέκτησαν γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙΑ+ άτομα αντί να προοδεύουν γυρνούν δραματικά προς τα πίσω. Οι γενοκτονίες ξεχνιούνται. Οι κατά συρροή πράξεις κατά της ζωής και της αξιοπρέπειας ανηλίκων υποθάλπονται κάτω από ζητήματα επικαιρότητας «μεγαλύτερης σημασίας». Πράγματα που δεν πιστεύαμε ποτέ ότι θα ζήσουμε ελπίζοντας σε έναν κόσμο που κοιτά μόνο προς τα μπροστά και όχι προς τα πίσω σαν κάποιος ημι-παράφρων χαρακτήρας γραφικής σειράς του Χάρη Ρώμα, συμβαίνουν με τρομακτική και προοδευτική συχνότητα.
Ανάμεσα στα γεγονότα που δεν πιστεύαμε με τίποτα πως θα ζήσουμε στη ζωή μας, παρόλο που τα περισσότερα τείνουν να είναι από κακά έως απαίσια, θα συμβούν και μερικά καλά. Διανύοντας μερικές αντίξοες μέρες στο γραφείο, ξαφνικά γεμίζουν το κινητό μου μυριάδες μηνύματα. Οι Neurosis επανενώνονται καλώντας τον Aaron Turner, την εμβληματική φιγούρα πίσω από τους Isis, Sumac και Old Man Gloom, να συμπληρώσει την κενή τους θέση, ένα κενό για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά και η ανάμνηση του λόγου του, ας μείνει για την ώρα απέξω. «Πρέπει να ονειρεύομαι», σκέφτηκα. «Αν είναι έτσι, θέλω να ονειρεύομαι», θα σκεφτόμουν αν ήμουν ο George Clarke των Deafheaven (αναφερόμενη στο “Dream House”).
Ο μαύρος ήλιος του “An Undying Love For A Burning World”, φυσικά δημιουγημένος από το χέρι του Turner, σε κοιτά και σε καλεί στο χάος του
Τελικά είναι όλα αλήθεια. Προτού καλά - καλά προλάβω να το συνειδητοποιήσω και να αναζητήσω πότε και αν θα μας προσφέρουν νέα μουσική, προς μεγάλη μου έκπληξη αυτή έρχεται μαζί με την ανακοίνωση της επαναδραστηριοποίησης. Ο μαύρος ήλιος του “An Undying Love For A Burning World”, φυσικά δημιουγημένος από το χέρι του Turner, σε κοιτά και σε καλεί στο χάος του, με έναν τίτλο τόσο βαρύγδουπο όσο και η βαρυσήμαντη ανακοίνωσή του. Αυτόματη ακύρωση όλου του παρασκευοσαββατοκύριακου, και κατάληψη στα ηχεία. Και ω, πόσο την είχαμε τελικά ανάγκη αυτή την επιστροφή…
Πριν βουτήξουμε στα άδυτα της νέας μουσικής των Neurosis, έχει σημασία να αναφέρουμε πως αφορμή για την επανένωσή τους στάθηκε η ιδέα για τη συμμετοχή τους στο Fire In The Mountains Festival. Το συγκεκριμένο φεστιβάλ, που λαμβάνει χώρα στην πολιτεία της Montana και πιο συγκεκριμένα στα εδάφη του Blackfeet Nation, επανεκκίνηση τη δράση του μέσα από την πρωτοβουλία Firekeeper Alliance στην οποία ο Steve Von Till συμμετέχει. Κύριος στόχος του η αλλαγή της νοοτροπίας ενός φεστιβάλ και η επικοινωνία λευκών και ιθαγενών Αμερικανών, μέσω της σκληρής μουσικής και της αυτόχθονης μουσικής παράδοσης. Θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά γι’ αυτό, τα περιέγραψε όμως με περίσσια λεπτομέρεια ο Steve στη συνέντευξή μας πριν λίγους μήνες.
Αυτό το φεστιβάλ λοιπόν υπήρξε βατήρας για μια αφυπνιστική βουτιά στη συνειδητοποίηση πως χρειαζόμαστε αυτά που μας ενώνουν, τη μουσική κάθαρση που αποτελεί μια εκ των ελαχίστων διεξόδων μας από το καθημερινό παράλογο. Κρατώντας επτασφράγιστο μυστικό αυτή την κυκλοφορία και επανένωση, τόσο από τη μεριά των Neurosis όσο και από αυτή του Aaron Turner, το πρώτο που αρχικά νιώθεις είναι δέος, να ξανα-ακούς μουσική από αυτό το συγκρότημα, χωρίς να σε νοιάζει ή να πολυκαταλαβαίνεις στην αρχή τι πραγματικά γίνεται από μουσικής σκοπιάς. Παράλληλα, διαγράφεται και το επίπεδο της συναισθηματικής επούλωσης, ενός τραύματος που έμοιαζε αξεπέραστο. Η διαχείριση της απόφασης να απομακρύνουν έναν αδερφό που τελικά δεν ήταν αυτός που προσπαθούσε να δείξει, υπήρξε ασήκωτη και φαινομενικά αποτελειωτική για τους Neurosis. Τα γεγονότα όμως δείχνουν πως για τα άτομα που έρχονται σε συνεχή συνδιαλλαγή με τα μέσα τους, τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο.
Οι Neurosis είναι και πάλι εδώ, με τον πλέον καταλληλότερο άνθρωπο στο πλευρό τους
Οι Neurosis είναι και πάλι εδώ, με τον πλέον καταλληλότερο άνθρωπο στο πλευρό τους. Πόσο δικαιωμένος να νιώθει άραγε ο Turner, όταν ο ίδιος πήρε τον ήχο που πρώτοι συνέστησαν οι Neurosis και τον τελειοποίησε, να αποτελεί πλέον δομικό κομμάτι τους. Έχοντας την απύθμενη τύχη την προηγουμένη χρονιά να συναντήσω τόσο τον ίδιο όσο και τον Steve Von Till από κοντά και να κοιτάξω στα ταλαιπωρημένα μα πεντακάθαρα βλέμματα αυτών των ανθρώπων, μια μικρή εγωιστική σπίθα μέσα μου θέλει να με κάνει να νιώθω πως ήμουν ένας από τους ενδεχομένως πολλούς, ανθρώπους που τους έπεισαν προς αυτή την κατεύθυνση, συζητώντας μαζί τους την κληρονομία των συγκροτημάτων τους. Κατά πάσα πιθανότητα αυτό δεν ισχύει, αναντίρρητη όμως είναι η χαρά που μου προκάλεσε αυτό το γεγονός.
Και ας φτάσουμε τώρα με τα πολλά, πολλά που όμως αξίζουν για το βάρος αυτής της κουβέντας, μέσα στο “An Undying Love For A Burning World”. Οι στίχοι που ανοίγουν αυτό το κείμενο προέρχονται από το εισαγωγικό “We Are Torn Wide Open” και συνοψίζουν, λίγο-πολύ, το αφήγημα του εσωτερικού. Έχουμε ξεχάσει να είμαστε άνθρωποι, έχουμε ξεχάσει την άγρια φύση μας, έχουμε αποσχιστεί από όσα μας γειώνουν και μας κάνουν ένα με τον υλικό κόσμο του οποίου είμαστε αναπόσπαστο κομμάτι. Λόγια που μου θυμίζουν τους πολυαγαπημένους μου Fall Of Efrafa και την δική τους, παρόμοια αφύπνιση, με όχημα στην περίπτωσή τους τα κουνέλια του Watership Down. Λιγότερο από ένα λεπτό αφήγησης εκ μέρους του Von Till, και η ψυχή μας έχει ήδη αδειάσει, από θετικά και αρνητικά.
Μια γέφυρα με το παρελθόν που ξυπνά μνήμες, αλλά και προσπερνά την ασφαλή κατεύθυνση των δύο τελευταίων δίσκων τους
Δεν διατίθεται χώρος για φλυαρία. Αμέσως με την εισαγωγή του “Mirror Deep”, τα επαναλαμβανόμενα ρυθμικά riffs με την σφραγίδα των Neurosis σε παίρνουν από τα μαλλιά, για να ακολουθήσει μια αλληλουχία ηλεκτρονικών περασμάτων από τα διάφορα μαραφέτια των Edwardson και Landis. Η επαφή με τους προγόνους και το από που τελικά προερχόμαστε κυριαρχεί στη στιχουργία, θυμίζοντας από τη μία τη σχέση με το Fire In The Mountains κι από την άλλη, την ίδια τη φύση των Neurosis ως συγκρότημα. Μια γέφυρα με το παρελθόν που ξυπνά μνήμες, αλλά και προσπερνά την ασφαλή κατεύθυνση των δύο τελευταίων δίσκων τους, “Honor Found In Decay” και “Fires Within Fires”. Ξέρεις πως ένας post-metal δίσκος είναι καλός, όταν το πρόσωπο μορφάζει σουφρώνοντας τη μύτη με το πάνω χείλος και σηκώνοντας το σαγόνι προς τα πάνω, κουνώντας ολόκληρο το κεφάλι σε νεύμα επιβεβαίωσης. Ξέρετε ακριβώς ποια κίνηση περιγράφω.
Αμέσως, μια νέα φωτιά αρπάζεται από τη σπίθα και ξεσηκώνει μια τεράστια φλόγα μέχρι το διάστημα. Το “First Red Rays” ενδεχομένως να πρόκειται για το καλύτερο κομμάτι του δίσκου αν τα δούμε ένα-ένα ξεχωριστά, παρόλο που μετά από αυτό η σειρά και η διαπλοκή των συνθέσεων πιάνει ταβάνι. Ας μην προτρέχουμε όμως, γιατί εδώ μιλάμε για την πρώτη ουσιαστική συνεισφορά του Turner στη σύνθεση. Η κολασμένη φωνή του αναδύεται – “Low to the dirt we scrape, degraded and hollowed”. Και στο δεύτερο λεπτό οι κιθάρες και τα riffs που συνομιλούν σε συμφωνία, λες και ένα κομμάτι της ψυχής των Isis μετοίκησε και έγινε ένα με τους προγόνους του, ακριβώς όπως καλούσε λίγο πριν το “Mirror Deep” – ακόμη περισσότερο, τα ατμοσφαιρικά μέρη του τραγουδιού βιώνονται σαν μικρές μυοκαρδίτιδες.
Κανένα έλεος. Το “Blind” επιτάσσει την απώλεια κάποιων αισθήσεων για την ενδυνάμωση άλλων. Ένα αστρικό ταξίδι με ρίζες στο απόκοσμο πλαίσιο των προσωπικών κυκλοφοριών του Von Till και της ατμόσφαιρας που βρίσκεται κρυμμένη στην καρδιά του Turner όσο καιρό τον μονοπωλεί ο θόρυβος στις τάξεις των Sumac, σε συγκερασμό με τις ηλεκτρονικές πινελιές που πλέκουν σαν εφιαλτικό υφαντό ο Edwardson και ο Landis. Τι πραγματικά θεάρεστο έργο είναι το τελευταίο λεπτό του τραγουδιού και αυτή η ηλεκτρονική δυσαρμονία; Από την ηχητική στο θεματική, το “Seething And Scattered” καταπιάνεται με την κοινωνική αποξένωση και την αλλαγή της μορφής των κοινωνικών συναναστροφών σε κάτι απρόσωπο, αποδυναμώνοντας την εγγενή ανάγκη κι ένστικτό μας για σύνδεση και (επί)κοινωνία, παρομοιάζοντας την κατάσταση γύρω μας ορθώς με έναν σύγχρονο πύργο της Βαβέλ. Παρόλο που μέχρι τώρα ακολουθεί, εδώ ο Jason Roeder δίνει ρεσιτάλ πάνω από τα drums, όπου το συγκεκριμένο κομμάτι το καλεί. Διατηρώντας τη μικρότερη διάρκεια και συνάμα την πιο punk ψυχή, το “Untethered” ξεσηκώνει από το παρελθόν και άλλη μια σημαντική αδυναμία των Neurosis – αυτή των ανατολίτικων μελωδιών που δίδονται όμως μέσα από την οικεία γλώσσα της ηλεκτρικής κιθάρας, χτίζοντας όμως μια ψυχεδέλεια με τρόπο μοναδικό τους. Κι όλοι τους με κάποια συμμετοχή στα φωνητικά, συνδιαμορφώνουν μια συνέλευση και χορωδία δαιμόνων που ζητούν εξιλέωση.
Μουσική για να ακούσεις όσο η παλάμη σου βυθίζεται στην άμμο
Κι έπειτα, οι διάρκειες διογκώνονται. Το “In The Waiting Hours” αποτελεί ένα κομμάτι κλασσικής Von Till λογικής, ζοφερής ατμόσφαιρας που χτίζεται και επιταχύνει αργά με συγκεκριμένα ελλειπτικά μοτίβα. Παραδίδει αυτή τη φορά τα φωνητικά στον Turner που με σεβασμό τα πλέκει στο αίτημα του Steve Von Till για την επαφή του ανθρώπου με τη φύση και την πραγματικότητα. Και στα εφτάμιση λεπτά κι έπειτα, το οικειοποιείται και το κεντά με κιθάρες που έχουμε να ακούσουμε από το “In The Absence of Truth” και το “Panopticon”. Ένα τραγούδι για να το ακούσεις όσο η παλάμη σου βυθίζεται στην άμμο. Ένα τραγούδι να σε συντροφεύσει όσο πετάς πέτρες σε μια λίμνη ψηλά στο βουνό, και τα ακροδάχτυλα του ποδιού σου αγγίζουν το παγωμένο νερό. Νωρίς την άνοιξη, κι ακουμπώντας το δέρμα σου να επιβεβαιώνεις πως είσαι ένα σύνολο από σάρκα. Ένα τραγούδι που σε άλλες περιπτώσεις δεν θα ήθελες να τελειώσει, μα στην προκειμένη, έχει μια αντάξια συνέχεια.
Το “The Last Light”, με τα θριαμβευτικά δεκάξι του λεπτά, εκτείνεται στο ένα τέταρτο της συνολικής διάρκειας του “An Undying Love For A Burning World”. Ίσως η πιο πειραματική σύνθεση των Neurosis μέχρι τη στιγμή που μιλάμε, εκκινεί ως power electronics λούπα που βυθίζεται στις drone κιθάρες οι οποίες περνούν από τα χαρακτηριστικά κακοδιάθετα μονοπάτια των Neurosis σε ξαφνικές majore συγχορδίες που μπερδεύουν την αντίληψη. Οι γραμμές μετουσιώνονται σε sludge-οψυχεδελικό κράμα, και οδηγούνται σε post metal ηχοτοπία για να κλείσει, ηλεκτρονικά κι αγχωτικά όπως άρχισε, με τελευταία πνοή ένα δυνατό χτύπημα στο πιατίνι του Roeder.
Οι Neurosis, δίνουν τα χέρια με τον Aaron Turner και συμφωνούν ότι έχουν μεγαλώσει και πως τα μυαλά τους είχαν την τύχη να διαβούν κάποιες ξεχωριστές πνευματικές πόρτες γιατί φρόντισαν να τα ταΐσουν με τέτοιες αναφορές. Στο προσκήνιο οι πρώτοι, εγκαλούν το απαισιόδοξο παρελθόν τους. Οι πινελιές της μέσης ανατολής που τραβούν στα ένδοξα παρελθόντα των “Enemy Of The Sun” και “Souls At Zero”, εκεί που οι αναρχικές hardcore ψυχές τους σιχαινόντουσαν τον κόσμο ολάκερο, και κρατούν όλη τη δύναμη της αντίστασης που γαλούχησαν τότε. Ο πιο ελπιδοφόρος ύστερος εαυτός τους, που γνωρίσαμε μέσα από το εμβληματικό “The Sun That Never Sets”, τους έκανε να κοιτάξουν στο μέλλον με μια υπόσχεση όπου “Their voices are free. Free from the sun's stare, free from the noise of lost souls” (κατά το “The Tide”). Μετά από εμπειρίες που κόστισαν στην πίστη τους στην ανθρωπότητα, και διαρκή εσωτερική αλλά και εξωτερική, μέσω πολλών διαφορετικών projects, αναζήτηση έπειτα, οι Neurosis βρίσκουν τη χρυσή τομή μεταξύ του να σιχαίνεσαι τα πάντα και να διατηρείς μια ανούσια ελπίδα σε έναν κόσμο που κάποτε πίστεψες, αλλά σε απογοήτευσε. Βρίσκουν τελικά το νόημα, στο να κατανοήσεις την ίδια την αυτοκαταστροφική ουσία του κόσμου που σε φιλοξενεί, να την αποδεχτείς κι εν τέλει να την αγαπήσεις, για όσο βρίσκεσαι στην ίδια υλική διάσταση με αυτόν.
Αν υπάρχει ένα πράγμα που λείπει από την εξίσωσή τους, αυτό είναι η παρουσία του Steve Albini πίσω από την κονσόλα
Έτσι, γεννιέται ο πηγαίος έρωτας με τον απαίσιο τούτο κόσμο μας και τροφοδοτεί τον τίτλο του τελευταίου τους δίσκου. Με τελευταίο κομμάτι του παζλ την παρουσία του καλύτερου ίσως μουσικού στο post-metal ιδίωμα μετά τους ίδιους, επανεφευρίσκουν τους εαυτούς τους και εκτοξεύονται ξανά σε σημείο αναφοράς για τη μουσική μας. Αν υπάρχει ένα πράγμα που λείπει από την εξίσωσή τους, αυτό είναι η παρουσία του Steve Albini πίσω από την κονσόλα, μετά την τραγική του απώλεια δύο χρόνια πίσω. Σίγουρα όμως εκεί στην κόλαση που θα ξέρει τους πάντες (για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια του τα λόγια στο “I Don’t Fear Hell”), θα κάθονται όλοι παρέα με ένα χαμόγελο στα χείλη και θα θαυμάζουν αυτό το βήμα των Neurosis. Κι οι Randall Dunn, Scott Evans και Matthew Barnhart στην παραγωγή, κάνουν ότι μπορούν για να τον βγάλουν ασπροπρόσωπο.
Το πιο σημαντικό από όλα όμως σε αυτή την επανένωση, είναι ότι τελικά, το κάλεσμα των Neurosis για ένα ξύπνημα, μια ενότητα και την κάθαρση μέσω της μουσικής επιτέλεσε μόνο του το σκοπό του. Άμεσα με την ανακοίνωση της επαναδραστηριοποίησής τους και της νέας τους μουσικής, ένα ολόκληρο δίκτυο ανθρώπων ήρθε σε επαφή για να επικοινωνήσει την έκπληξη και τη χαρά του. Φίλοι και γνωστοί βρέθηκαν μαζί δια ζώσης και διαδικτυακά για να σχολιάσουν τον δίσκο, να αναζητήσουν πιθανές ζωντανές τους εμφανίσεις, να μοιραστούν ενθουσιασμό και παρατηρήσεις αναφορών. «Έμαθες τα νέα;», «Δεν θα το πιστέψεις», «Είναι σοκαριστικό αυτό που ακούω», «Με τον Turner ρε μαλάκααααα θα τρελαθώωωωω», και άλλες, λιγότερο ευπαρουσίαστες μα περισσότερο ενθουσιώδεις ατάκες. Κάτι μέσα μας με τους Neurosis ξανά σε δράση, μας άφησε να φτάσουμε στο μηδέν για να βρούμε ξανά το φως και μας έδωσαν ένα λόγο να πιστεύουμε ξανά στο ανέλπιδο.
“Nothing shines until we feel like we are nothing
Darkness pulls the moon from the ocean
Stars are blind, burning in the shallows
While despair wipes away delusion
Find our way through the fields we have sown
Light our way through the graves we have known”
