Luna Kills

Deathmatch

Sharptone Records (2025)
Από τον Αντώνη Μαρίνη, 29/08/2025
Νέοι παίκτες, γνωστή πίστα, άνετο high score
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Όλοι θα σου πουν για το συναίσθημα που συνοδεύει την συνάντηση μετά από καιρό με κάποιο καλό φίλο. Οι αθεράπευτα ρομαντικοί για αυτό που νιώθεις όταν βρίσκεις τον έρωτα της ζωής σου. Οι μερακλήδες για εκείνο το πολύ προσωπικό που συνδέεται με κάποια γεύση ή μυρωδιά. Οι αδιόρθωτοι gamers για το συνδυασμό προσμονής κι ενθουσιασμού που βγαίνει αυτόματα με το που φορτώνει το παιχνίδι κι έχουν κουμπώσει τα ακουστικά. Αν χρειάζεται μία διαισθητική περιγραφή για το ντεμπούτο των Luna Kills, το τελευταίο είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να βρω, έχοντας επίγνωση ότι αυτό λέει περισσότερα πράγματα για μένα παρά για το δίσκο.

Με καθαρά μουσικούς όρους, η παρέα από τη Φινλανδία κινείται στο μεγάλο modern hard & heavy κόσμο, πηγαίνοντας πότε προς τη μία κατεύθυνση και πότε προς την άλλη. Οι εντάσεις χαμηλώνουν μόνο για ανάσες. Τα καθαρά φωνητικά αλλάζουν σε σκισμένα και ξανά πίσω χωρίς σταματημό. Οι εμπορικές καταβολές δεν προσπαθούν να κρυφτούν. Τα ηλεκτρονικά παραμονεύουν στις γωνίες. Οι δίκασες ακριβώς δίπλα τους. Η παραγωγή αστράφτει προκλητικά. Κάποιος θα μπορούσε να κατεβάσει το χαρτί του μετά-2010 metalcore και παρά τους όποιους αστερίσκους, κυρίως ότι προτιμούν τις γέφυρες από τα σπασίματα, δεν θα μπορούσα να διαφωνήσω τελείως.

Παραμερίζοντας το, έτσι κι αλλιώς ντεμοντέ, ζήτημα της ταμπέλας κι επαναφέροντας τον φακό στην πραγματικότητα, αυτό που ξεχωρίζει ήδη από την πρώτη ακρόαση είναι το πόσο σωστά έχει μετρημένα η τετράδα τα χτυπήματά της. Οι μελωδίες αποτελούν το άλφα και το ωμέγα. Τα παιξίματα είναι σφιχτά και πάντα στην υπηρεσία των κομματιών. Οι διαφορετικές πτυχές του ήχου εναλλάσσονται αρμονικά. Το 'you wanna scream for me?' αντί καλημέρας στο "Love U" καρφώνει βλέμμα και κερνάει χαμόγελο χωρίς την παραμικρή ντροπή. Η συνέχεια των "Leech", "Sadist" & "Sugar Rush" χωράει αρκετά hooks και πάνω-κάτω για να ιδρώσει ανυποψίαστα κλαμπάκια.

Σε περίπτωση που βρισκόμουν με το μαχαίρι στο λαιμό κι έπρεπε να αναφέρω δύο ονόματα σαν σημείο αναφοράς, αυτά πιθανότατα θα ήταν των Bring Me The Horizon και των Amaranthe. Το πρώτο λιγότερο συνειρμικά και το δεύτερο περισσότερο. Γιατί από τη μία η προσέγγιση κουβαλάει λίγη από τη στυγνά εκμοντερνισμένη αίσθηση της τελευταίας δεκαετίας των Εγγλέζων, και από την άλλη η ισορροπία σκληράδας με pop επιτυγχάνεται με μια ευκολία που φέρνει στο μυαλό τους αγαπημένους Σκανδιναβούς. Άκου τα φτυσίματα στο "Slay Ur Enemies", τα φινλανδικά και το γλέντι στο δεύτερο μισό του "Get Mad", ή το σκοτεινιασμένο "Fever Dream" και θα έχεις αντιπροσωπευτική εικόνα.

Από τον τίτλο και το εξώφυλλο μέχρι τα στιχουργικά περάσματα, οι gaming πινελιές ξεχωρίζουν άκοπα, χωρίς να ξεχειλώνουν. Ανάμεσα στα ψηφιακά χρώματα και το όλο στήσιμο του άλμπουμ, οι παραλληλισμοί γίνονται εντονότεροι. Μην ψάξεις για κάποια άλλη κραυγαλέα ευθεία γραμμή ανάμεσα στα δύο σύμπαντα, μην ελπίζεις σε κρυμμένους θησαυρούς και μην έχεις την απαίτηση για αναποδογυρισμένα tropes, από όποια σκοπιά κι αν το κοιτάξεις. Το "Deathmatch" έχει διαφορετικό, πολύ πιο απλό στόχο, και τον πετυχαίνει με την ίδια ευκολία που αναδύονται οι γνώσεις γαλλικών με το που σκάει μπλε καβούκι πριν τη γραμμή τερματισμού στον τελευταίο γύρο.

  • SHARE
  • TWEET