Various Artists

Synths, Sax & Situationists (Music From The French Underground 1973 - 78)

The Roundtable (2026)
Από τον Θωμά Σαρακίντση, 27/04/2026
Στα υπόγεια του ανυπότακτου ήχου: Γαλλία 1973 - 1978
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Τούτη η ανθολόγηση αποτελεί, ορθά κοφτά, ένα συμπυκνωμένο πολιτισμικό αρχείο μίας περιόδου κατά την οποία η γαλλική experimental/avant-prog σκηνή ανέπτυσσε υπόγεια τις δικές της διαδρομές, μακριά από τη βαρυτική έλξη της αγγλοσαξονικής κυριαρχίας. Το "Synths, Sax & Situationists (Music From The French Underground 1973-78)" μάς μεταφέρει ακριβώς σε αυτή τη μεταβατική ζώνη: στα χρόνια που ακολούθησαν τον Μάη του ’68, όταν η τέχνη έπαψε να λειτουργεί ως διακοσμητικό συμπλήρωμα και άρχισε να συγκροτείται ως εργαλείο αμφισβήτησης και ρήξης. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για μία σύγχρονη δημιουργία με την έννοια του πρωτότυπου υλικού, αλλά για μία επιμελημένη επανέκδοση που αρύεται από ηχογραφήσεις της περιόδου 1973 - 1978 και τις επαναφέρει στο παρόν ως ενιαίο ιστορικό σώμα ήχου. Και ακριβώς εδώ εντοπίζεται το ουσιαστικό της βάρος: ό,τι ακούμε δεν είναι η ίδια η στιγμή της εξέγερσης, αλλά το ίζημά της.

Πρόκειται, στην ουσία, για μία Ευρώπη που επιχειρεί να αρθρώσει τη δική της φωνή έξω από τον αγγλοσαξονικό άξονα - χωρίς την επιτηδευμένη κομψότητα του prog, χωρίς την εμπορική στόχευση της rock, χωρίς ακόμη και τη βαριά σκιά της αμερικανικής jazz παράδοσης. Αντ’ αυτών, αναδύεται ένας ήχος πιο ακατέργαστος, ιδεολογικά φορτισμένος, αντι-μουσικός σε πολλές στιγμές. Οι δημιουργοί εδώ δε φωνάζουν συμβατικά συνθήματα· απλώς - ανεξάρτητα αν δεν είναι καθόλου απλό - αρνούνται μορφές. Διαλύουν τη δομή του τραγουδιού, υπονομεύουν τη μελωδία, αποφεύγουν κάθε «κανονικό» παίξιμο. Σε αυτό το σημείο, η σύνδεση με τη situationist σκέψη γίνεται οργανική: το détournement, η άρνηση του θεάματος, η διάλυση της παθητικής κατανάλωσης μεταφράζονται εδώ σε ηχητική πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι η συγκεκριμένη έκδοση συνοδεύεται από το ομώνυμο βιβλίο του Ian Thompson, το οποίο επιχειρεί μία εκτενή χαρτογράφηση της γαλλικής underground σκηνής υπό το πρίσμα του μετα-’68 περιβάλλοντος. Μέσα από αρχειακή έρευνα και πρωτογενείς συνεντεύξεις, το βιβλίο ανασυνθέτει ένα δίκτυο καλλιτεχνών που εκτείνεται από πιο αναγνωρίσιμες μορφές, όπως οι Magma και οι Gong, έως σχήματα λιγότερο προβεβλημένα αλλά καθοριστικά - τα οποία συμμετέχουν στην υπό παρουσίαση συλλογή - όπως οι Heldon, Lard Free και Etron Fou Leloublan. Όπως επισημαίνεται εύστοχα και από κριτικούς της ευρωπαϊκής experimental/progressive/avant-garde σκηνής, πρόκειται για μία εργασία που επαναφέρει στο προσκήνιο μία μουσική ιστορία συχνά παραμελημένη, αναδεικνύοντας μια εποχή όπου το underground αποτελούσε πραγματική συνθήκη ύπαρξης. Υπό αυτή την έννοια, η ακρόαση της συλλογής λειτουργεί ως προέκταση μίας ευρύτερης ερευνητικής, πολιτικής και ιστορικής αφήγησης.

Η συλλογή, λοιπόν, εστιάζει κυρίως στη λεγόμενη «δεύτερη γενιά» του γαλλικού underground, που αναδύεται γύρω στο 1972 - 1973, όταν το αρχικό σοκ του Μάη του ’68 έχει ήδη μετασχηματιστεί σε πιο σύνθετες καλλιτεχνικές διεργασίες. Αντί για μία άμεση πολιτική έκρηξη, αυτό που διαμορφώνεται είναι ένα υβριδικό πεδίο, όπου η DIY λογική, ο πειραματισμός, η avant-garde, η free jazz, το ambient και οι πολύ πρώιμες ηλεκτρονικές αναζητήσεις διασταυρώνονται με μεγαλύτερη ελευθερία και σαφώς λιγότερη «rock καθαρότητα» σε σχέση με τα αγγλοαμερικανικά πρότυπα. Η είσοδος των synths στις αρχές των ’70s εντείνει αυτή τη μετατόπιση, ανοίγοντας νέες ηχητικές δυνατότητες και ενθαρρύνοντας μία προσέγγιση που στηρίζεται στον αυτοσχεδιασμό, τη ριζοσπαστικότητα και εν τέλει τη ρήξη. Επί του πλαισίου αυτoύ, σχήματα όπως οι Heldon και καλλιτέχνες όπως ο Jac Berrocal λειτουργούν ως κομβικά σημεία αναφοράς, ενώ πιο ρευστές και εφήμερες συλλογικότητες όπως οι Nyl ή οι Delired Chameleon Family αναδεικνύουν την ευέλικτη, κοινοτική φύση της σκηνής. Παράλληλα, συνεργατικά σχήματα όπως αυτό των Jacques Berrocal, Dominique Coster και Roger Ferlet φωτίζουν την έντονα αυτοσχεδιαστική και πειραματική της διάσταση. Υπό αυτή την έννοια, η συλλογή δεν επιχειρεί να αποτυπώσει το σύνολο της σκηνής, αλλά να φωτίσει μία συγκεκριμένη φάση της: εκείνη όπου η αρχική επαναστατική ορμή μετασχηματίζεται σε αισθητικό πειραματισμό και η μουσική λειτουργεί ως ανοιχτό εργαστήριο μορφών και ιδεών.

Η έναρξη με το Nyl της μπάντας - κομμούνας Nyl εγκαθιστά ένα ρευστό, ασταθές περιβάλλον όπου η έννοια της φόρμας τίθεται εξαρχής υπό αμφισβήτηση. Από εκεί και πέρα, οι Etron Fou Leloublan, με το χαρακτηριστικά υπερβολικό και ειρωνικό "Face A L'extravagante Montée Des Ascenseurs…", μετατοπίζουν το βάρος προς μία θεατρικότερη, σουρεαλιστική αποδόμηση του ρυθμού και της συνοχής. Η μετάβαση στο "Acide Framboise" των Lard Free εισάγει έναν πιο επαναληπτικό/μηχανικό παλμό, όπου η ένταση οικοδομείται υπόγεια, χωρίς εκτονώσεις, προετοιμάζοντας ιδανικά το έδαφος για το εκτενές απόσπασμα του "Perspective IV" των Heldon - ίσως την πιο "συγκροτημένη" στιγμή του δίσκου, όπου ο ηλεκτρικός ήχος αποκτά μία εξ ολοκλήρου στοχαστική διάσταση. Το "Pièce à Lanum" των Berrocal, Coster και Ferlet λειτουργεί ως καθαρό ηχητικό collage, αποσπασματικό και απρόβλεπτο, πριν η συλλογή κλείσει με το λυσεργικό "Raganesh" των Delired Chameleon Family, ένα κομμάτι που αιωρείται ανάμεσα στη ψυχεδέλεια και σε καταστάσεις μειωμένης συνειδησιακής επίγνωσης. Συνολικά, ουδεμία από τις συνθέσεις δεν διεκδικεί αυτονομία με την παραδοσιακή έννοια· όλες μαζί συγκροτούν ένα ενιαίο πεδίο ακρόασης, όπου η αποδόμηση αποτελεί βασική αρχή ύπαρξης.

Υπό αυτή την οπτική, το "Synths, Sax & Situationists" δεν διεκδικεί την προσοχή ως απλώς μία ακόμη επιμελημένη ανθολόγηση ριζοσπαστικής/προοδευτικής μουσικής, αλλά ως μία υπόμνηση μίας εποχής όπου η μουσική δεν όφειλε να είναι ούτε ευχάριστη μήτε λειτουργική. Αντίθετα, όφειλε να είναι ανατρεπτική, ασταθής και άβολη. Επί της σημερινής μετα-σύγχρονης συνθήκης όπου ο ήχος τείνει ολοένα και περισσότερο προς την εξομάλυνση και την άμεση κατανάλωση, τέτοιες κυκλοφορίες λειτουργούν σχεδόν αντιστικτικά: επαναφέρουν στο προσκήνιο στιγμές όπου η καλλιτεχνική πράξη ταυτιζόταν ειλικρινώς και απολύτως με τη ρήξη. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το ουσιαστικό τους διακύβευμα, η υπενθύμιση δηλαδή ότι η μουσική δύναται ακόμη να λειτουργήσει ως πεδίο αμφισβήτησης.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET