Memorials

All Clouds Bring Not Rain

Fire Records (2026)
Το παρελθόν ζει, το φέρνουν σύννεφα που βρέχουν μουσικάρες
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Δύο άνθρωποι απ’ το Canterbury της Αγγλίας αυτή τη στιγμή αποτελούν ένα απ’ τα πιο hot ακούσματα στ’ ακουστικά μου. Ο λόγος για την Verity Susman και τον Matthew Simms των Memorials, ενός ντουέτου που εμφανίστηκε την τρέχουσα δεκαετία με την τριλογία "Music for Film", με επιρροές από ηλεκτρονική, synthwave, και surf rock / ‘60s pop ψυχεδέλεια. Το 2024 κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους, "Memorial Waterslides", συνεχίζοντας στυλιστικά από εκεί που το άφησαν με το "Music for Film: Women Against the Bomb", μοιάζοντας με την αποκατεστημένη κόπια ενός δίσκου που μετρά ήδη μισό αιώνα.

Το δεύτερο άλμπουμ τους βαθαίνει προς την ίδια κατεύθυνση, επενδύοντας ακόμη περισσότερο στον παλαιικό χαρακτήρα. Είναι μία άσκηση ύφους στο παρελθόν, με συνθ-χορδίες (χα) να κρατάνε αντίβαρο στη φωνή της Susman που φέρνει όλη τη ρετρό γοητεία της Nico και την πολυφωνική μελωδικότητα των The Mamas & the Papas. Το ρυθμικό κομμάτι, με ρομποτικά σχεδόν ντραμς και γευστικό μπάσο, είναι εκείνα που θα προδώσουν τις επιρροές από Can και Neu!, με τους Stereolab να είναι η πιο κοντινή σύγχρονη παραπομπή.

Πέρα απ’ το «πώς είναι ρετρό» ο δίσκος, όμως, το ερώτημα είναι «τι τον κάνει καλό», και εκεί οι απαντήσεις παύουν να έχουν γραμματική και συντακτική συνοχή, και γίνονται πιο πολύ χειρονομίες με γουρλωμένα μάτια όσο παίζει η μουσική κι εγώ να υστεριάζω «ΑΚΟΥ ΡΕ ΔΙΑΟΛΕ». Ποιοτικότατη και εναργέστατη η παραγωγή, φανταστικά τα παιξίματα, τέλεια η μιμητική διάθεση του παρελθόντος, αλλά ρε παιδιά: τι γκρούβα! Το ξεκίνημα με το "Life Could Be A Cloud", ίδιο με πτήση ανάμεσα στα σύννεφα, η γκρούβα του "Dropped Down the Well" με το μπάσο να κοντράρει την μελωδία στο πιανάκι, η alternative χορευτικότητα του μελαγχολικού "In The Weeds", η jazz αιθαλομίχλη που καλύπτει το κατά τ’ άλλα trip-hop "Mediocre Demon", που βγήκε από κάποιο μπαφιασμένο βανάκι χίπηδων.

Κι έτσι πάει η βαλίτσα, με τον ένα χορευτικό ύμνο μετά τον άλλον (φυσικά παρεμβάλλονται ορισμένα πιο ήρεμα, λικνιστά κομμάτια για να πάρεις μία ανάσα), μέχρι που φτάνουμε στα ανήσυχα πλήκτρα του "Watching the Moon", που μεμιάς ανακηρύσσεται στο βασιλιά του δίσκου. Εκτέλεση, ιδέα, ρυθμός, στήσιμο, όλα σεμιναριακά, έτοιμη χιτάρα για να σε τυλίξει αυτή η ηλιόλουστη και φορτισμένη αχλή των ‘60s / ‘70s και να βγεις σ’ αντιπολεμική πορεία για το Βιετνάμ, φονιάδες των λαών Αμερικάνοι, πείθει ακόμη το σύνθημα, γιατί όχι κι η μουσική;

Είναι απίστευτο όταν μόνο δύο άτομα δημιουργούν ένα τόσο πλούσιο και ευρύ ηχητικό αποτέλεσμα, με τρομερές ιδέες, εξαιρετική αντίληψη της αισθητικής και της ατμόσφαιρας που θέλουν να αιχμαλωτίσουν. Πάνε προς διαφορετικές κατευθύνσεις, αλλά αυτή τη φορά δεν το ξεχειλώνουν, μένουν προσηλωμένα στην συνέπεια. Ο δίσκος μοιάζει να μην έχει περιττή στιγμή, το ένα κομμάτι μετά το άλλο μπαίνει με μία πειστική μελωδία και ξέρει πού και πώς να αναπτυχθεί χωρίς να εκτροχιαστεί, μέχρι που το τσέμπαλο και το μπάσο να οδηγήσουν σε μία δυσαρμονική κορύφωση το "Holy Invisible" και να κλείσουν τον δίσκο με μία ακόμη, τελευταία, απότομη στροφή. Ακόμη και στους πιο μεγάλους εραστές της καινοτομίας, υπάρχει η στιγμή για μία ρετρό καταβύθιση, κι ακόμη και στην παρελθοντολαγνία του "All Clouds Bring Not Rain" υπάρχει μία μουσική ζωντάνια που το κάνει διαολεμένα όμορφο.

Όμορφη μουσική ρε παιδιά, τι άλλο θέλουμε;

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET