«A Beginner's Guide»: Deathcore
Από το myspace και τα μικρά κλαμπάκια του χθες, στις μεγάλες αρένες και την απόλυτη δικαίωση του σήμερα
Από τις πιο παρεξηγημένες, ή ακόμα και μισητές βασικά, λέξεις στον ακραίο ήχο εκεί έξω ήταν και είναι η λέξη deathcore. Υπάρχουν ιστορίες από σοβαρά μεγάλες μπάντες, που έτρωγαν απόρριψη και αποκλεισμό, πίσω στο τότε, από κάθε κομμάτι (σημαντικό ή ανούσιο) του οικοδομήματος γύρω από τη σκληρή μουσική. Το deathcore εγινε μεγάλο, όσο έγινε εκείνα τα χρόνια, αποκλειστικά από τους πιτσιρικάδες που γέμιζαν μικρά κλαμπάκια στην Αμερική, έλιωναν στο myspace κι έφτιαχναν μια μορφοποιημένη, ζωντανή και φανατισμένη κοινότητα που δεν ταίριαζε, ή ίσως αψηφούσε, το καθιερωμένο metal image και τον τρόπο που λειτουργούσε η εμπορική - βιομηχανική πλευρά της μουσικής τοτε.
«Όταν προσπαθήσαμε να παίξουμε support στους Cannibal Corpse, η απάντηση του ατζέντη στο mail μας ήταν: Δεν παίζουμε με deathcore μπάντες»
- Scott Ian Lewis, Carnifex
Έζησε χρόνια μεγάλης δόξας στην πατρίδα του το δεύτερο μισό των zeros, βγήκε στο προσκήνιο, έχτισε ήρωες του μέλλοντος για τη μουσική που θα ‘ρχονταν αλλά σταδιακά έχασε τη δυναμική του και για μια δεκαετία περίπου πέρασε δύσκολα μέχρι τα όρια της αφάνειας. Σήμερα όμως έχει επανέλθει, στην καλύτερη θέση μάλιστα που ήταν ποτέ. Για πρώτη φορά φεύγει από τα στενά όρια μιας ιδιαίτερης σκηνής, απλώνεται ακόμα και σε mainstream επίπεδο, βρίσκοντας έναν τεράστιο όγκο από καινούργιες μπάντες που, μαζί με τους μεγάλους του που το καθιέρωσαν στο πρώτο κύμα, σπρώχνουν τον ήχο προς διαφορετικές κατευθύνσεις δημιουργικά, με μία ασυγκράτητη ορμή.

Η κυρίαρχη αντίληψη, ή ίσως άποψη βασικά, είναι ότι το deathcore ξεκίνησε ως ένα πιο ακραίο spin off του melodic metalcore. Αν και είναι αλήθεια ότι αυτά τα δύο είχαν συχνά απήχηση σε κοινό κόσμο, όχι αποκλειστικά για μουσικούς λόγους, δεν είναι τόσο ακριβής η γενεαλογική χαρτογράφηση μέσω των Killswitch Engage και των As I Lay Dying. Η πραγματικότητα λέει ότι οι βάσεις του deathcore βρίσκονται σε δυο διαφορετικά, όχι όμως εντελώς μακρινά μεταξύ τους, ποδάρια. Οι πρώτες μπάντες που διαμόρφωσαν τον ήχο άκουγαν κυρίως death metal και hardcore. Αν δει κανείς μπλουζάκια από εκείνες τις ημέρες, οι μισοί φορούσαν Cannibal Corpse, Dying Fetus και Immolation κι οι υπόλοιποι Integrity και Madball. Ο ήχος τους δε, φώναζε Suffocation (το “Pierced From Within” ήταν εικόνισμα), Chris Barnes και Bleeding Through. Ακούγοντας τα πρώτα άλμπουμ Despised Icon (Καναδοί by the way) μπορεί οποιοδήποτε να διακρίνει ξεκάθαρα τα ωμά συστατικά, αλλά και την πορεία ομαλοποίησης προς μια αρμονική συμβίωση, κάτω από τα χαρακτηριστικά και τις ιδέες που έφερνε η φρέσκια οπτική τους.
«Το EP “Despise The Sun” των Suffocation ήταν πολύ μεγάλη επιρροή για μας. Όταν λοιπόν ψάχναμε για όνομα, επειδή θα παίζαμε support στους Dying Fetus, πήγαμε με το Despised Icon»
- Alex Pelletier, Despised Icon
Αν ψάξουμε να βρούμε τους πρώτους, όπως σε κάθε τέτοια περίπτωση, το κουβάρι είναι λίγο μπερδεμένο. Κάθε ένα οπαδάκι του χώρου θα σου δώσει μια διαφορετική οπτική που τελικά θα τοποθετεί και άλλη μπάντα στην αρχική στιγμή του. Πιθανότατα μάλιστα οι περισσότερες από αυτές τις απόψεις θα είναι λογικές και δύσκολα θα τους δώσεις άδικο. Είναι η φύση του χώρου τέτοια, με τα πολλά demo, τα EP, τα ακατέργαστα χαρακτηριστικά που σιγά σιγά ισορρόπησε. Είτε πάρουμε ως σημείο μηδέν τους Embodyment, τους Antagony και τους Animosity, είτε το “Consumed By Your Poison” των Despised Icon, τους The Acacia Strain ή ακόμα και τους The Red Chord, όλα έχουν λογική με βάση το πότε θα αποφασίσουμε ότι έγινε η μετάβαση.
Το σίγουρο είναι ότι το deathcore στην Ευρώπη εκείνα τα χρόνια ήταν οριακά ανύπαρκτο. Σε τέτοιο βαθμό που καταλήξαμε να βαφτίζουμε deathcore μπάντες όπως οι Heaven Shall Burn, οι The Black Dahlia Murder ακόμα και οι Lamb Of God, γιατί απλά αγνοούσαμε στην πραγματικότητα τον πυρήνα του ήχου. Τα τελευταία χρόνια αυτό δείχνει να αλλάζει. Με μπροστάρηδες τους Lorna Shore, την έκρηξη της συμφωνικής πλευράς του χώρου αλλά και μπάντες που ξαναζωντανεύουν στον original ήχο, έχουν σπάσει τα σύνορα ανάμεσα στις δυο ηπείρους και έχει περάσει πια το deathcore και στις δικές μας γειτονιές. Αν και όχι στις ακριβώς δικές μας, εδώ θα έλεγα ότι βρίσκεται ακόμα σε φάση γνωριμίας και βλέπουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν έχει έρθει για live σχεδόν καμία από τις μεγάλες μπάντες του χώρου, μου έρχονται στο μυαλό μόνο οι Chelsea Grin και οι Thy Art Is Murder και μάλιστα πρόσφατα. Δε βλέπεις πουθενά μπλουζάκια Whitechapel ή Suicide Silence και οι Lorna Shore ακόμα και σήμερα θεωρούνται από λίγο μούφα έως στην καλύτερη υπερεκτιμημένοι.

Για να γίνει λοιπόν μια πρώτη, ή και δεύτερη ίσως γιατί όχι, επαφή που ταυτόχρονα να μπορεί να πάει και λίγο πιο βαθιά πιάνοντας δείγματα της εξέλιξης και της στροφής του ήχου, παρουσιάζουμε δεκαπέντε, συν μία, κυκλοφορίες που αν ξεκινήσει κανείς από αυτές δε θα κάνει λάθος πουθενά. Σημείωση: κάποιες από αυτές δεν είναι δίσκοι αλλά EP, όχι με τη λογική εξαίρεσης μάλιστα, όχι, αλλά ως δομικοί λίθοι, γιατί τα EP (όπως και τα demo) αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της δισκογραφικής κουλτούρας του χώρου.
«Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα πάει αύριο, οπότε απλά χαιρόμαστε αυτό που κάνουμε τώρα και το σημείο που ήδη είμαστε»
-Will Ramos, Lorna Shore
Στο νήμα δεν χώρεσαν οι Oceano, οι Angelmaker, οι Infant Annihilator και οι Psycho-Frame, ενώ μπάντες όπως οι The Contortionist και οι Born Of Osiris κόπηκαν γιατί είναι στα έξω (prog/djent) άκρα του ήχου.
The Red Chord - "Clients"
(Metal Blade, 2005)

Οι The Red Chord είναι αδιαμφισβήτητα ανάμεσα στους πρώτους που άνοιξαν το βιβλίο του deathcore. Το δεύτερο άλμπουμ τους, “Clients”, εκτός από τον καθοριστικό ρόλο που είχε στη θεμελίωση της σκηνής, ειδικά στην Αμερική, έχει και το φοβερό χαρακτηριστικό ότι στέκεται εξαιρετικά μέσα στο χρόνο. Είναι ανάμεσα στους δίσκους που όσο κι αν η μουσική αλλάζει, ακόμα και μέσα στο είδος, και παρά τη συνεχή αναζήτηση για νέους ήχους και εξέλιξη των ακουσμάτων δεν έχει χάσει τίποτα από το πόσο τρομερό ακουγόταν όταν βγήκε. Έχει ένα πολύ δυνατό θέμα, που βασίζεται στις εμπειρίες του Kozowyk με ψυχικά ασθενείς, τους clients όπως τους αποκαλεί, και τα κοινά τους σημεία με όλα μας πηγαίνοντας από εκεί στις σχέσεις των ανθρώπων. Όσο κι αν μας τα έχει στραβώσει με τις μαλακίες του ο frontman της μπάντας, το τεράστιο μουσικό έργο των The Red Chord δεν ακυρώνεται. Πειραματικό, ακραίο, σύνθετο με τρομερά μεγάλη γκάμα στοιχείων, που όμως δένουν άρτια από το υψηλού επιπέδου μουσικό υπόβαθρο της μπάντας. Το “Clients” στέκεται ανάμεσα στις κορυφές του χώρου και τα singles του ήταν καθοριστικά για το μέλλον του είδους.
Job For A Cowboy - "Doom"
(King Of The Monsters/Metal Blade, 2005)

Το 2005 οι Job For A Cowboy κυκλοφορούν το πρώτο τους EP, “Doom” και ξαφνικά ο σπόρος της αλλαγής στον ακραίο ήχο καρποφορεί. Δεν ξέρω πόσο συμβατικό μπορεί να ακουστεί το "Entombment Of A Machine" σε κάποιο σήμερα, αλλά το 2005 ή κραυγή Jonny Davy μετά την εισαγωγή του κομματιού ήταν σοκαριστική. Η ωμότητα του ακατέργαστου ήχου, η βαρβαρότητα της επίθεσης με όλων των ειδών τα γνωστά και άγνωστα, στο τότε, ακραία φωνητικά περνάει αναλλοίωτη και στο σήμερα από την πρώτη ακόμα ακρόαση. Τα ακατάπαυστα riff των Bhadriraju και Arcurio, με το αδυσώπητο rhythm section των Riggs και Sellers να δένουν τα πάντα, σχημάτισαν ένα in your face σφυροκόπημα. Το YouTube έσπαγε από την μπάντα του Μπομπ του Σφουγγαράκη να κατεβάζει στο κεφάλι "Knee Deep" και το deathcore έπαιρνε τον έλεγχο του Myspace. Οι Job For A Cowboy μετά από το EP αυτό απομακρύνθηκαν όλο και περισσότερο από τον ήχο, αλλά η συμβολή του “Doom” στη μορφοποίηση και την γιγάντωση του deathcore είναι πολύ μεγάλη.
As Blood Runs Black - "Allegiance"
(Mediaskare, 2006)

Είναι το "Allegiance" το απόλυτο άλμπουμ που δένει το deathcore με το metalcore; Πιθανότατα ναι. Στα σίγουρα όμως είναι ανάμεσα στα δύο, τρία κορυφαία που πιάστηκαν κι από τους δύο κόσμους. Ταυτόχρονα είναι ανάμεσα στις πιο επιδραστικές -core κυκλοφορίες όλων των εποχών. Το άρρωστο σερί που ξεκινάει μετά το intro με "In Dying Days" και "My Fears Have Become Phobias" μπορεί να παρασύρει τα πάντα, με το σερί να μη σταματάει μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο του άλμπουμ. Τρομερά riff που θυμίζουν το metalcore των As I Lay Dying, εξωπραγματικά φωνητικά, breakdown να σκάνε από το πουθενά χωρίς να προειδοποιούν, τεχνικές κιθάρες, memorable solo, blast beats, μπασάρα, όλα στην εντέλεια. Βάλε από πάνω και την παραγωγή που φωνάζει zeros, το "Allegiance" δεν έχει το παραμικρό ψεγάδι. Οι As Blood Runs Black θα μπορούσαν να είναι πολύ μεγάλη μπάντα, ακόμα περισσότερο μωρέ, αν είχαν μια σταθερότητα στην πορεία. Κάτι οι συνεχείς αλλαγές μελών, κάτι τα τεράστια διαστήματα που εξαφανίζονταν, τελικά έχασαν σε μεγάλο βαθμό το momentum τους και το status που είχαν πιάσει το 2006.
All Shall Perish - "The Price Of Existence"
(Nuclear Blast, 2006)

Οι All Shall Perish ίσως είναι η μπάντα που κατάφερε περισσότερο, στα χρόνια της ανόδου του deathcore, να ακουμπήσει και στα πιο τυπικά metal ακροατήρια. Τα πολλά riff, τα στοιχεία από άλλους χώρους, το groove, οι Pantera επιρροές που πετάγονταν ανάμεσα στα καταιγιστικά death και hardcore μέρη, τα breakdowns που βρωμούσαν Hatebreed, όλα μαζί έστησαν ένα σύνολο που είχε μάλλον πιο ευρεία αποδοχή απ' ότι γενικά ο χώρος. Πέρα από κάθε αμφιβολία πάντως το “The Price Of Existence” είναι deathcore. Βασικά είναι ένα από τα κορυφαία και σημαντικότερα άλμπουμ ever στο deathcore. Τα όργια που κάνουν οι Storey και Orum στις κιθάρες, οι εκκωφαντικές ερμηνείες του Eddie Hermida και το ασταμάτητο σφυροκόπημα των Kuykendall και Tiner στο rhythm section δεν αφήνουν αμφιβολίες. Πέρα όμως από το ανελέητο ξύλο ένα από τα σημεία που κάνουν το "The Price..." να ξεχωρίζει είναι οι υπέροχες μελωδίες που δε φοβήθηκαν καθόλου οι All Shall Perish να τοποθετήσουν στο άλμπουμ. Και μετά είναι και το "Wage Slaves", που θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως no-headbanging challenge pro level. Οι All Shall Perish λείπουν πολύ καιρό από τη μουσική, αλλά I get it.
Bring Me The Horizon - "Count Your Blessings"
(Visible Noise/Earache, 2006)

2006, Rage-mode: Activated. Loading... Τα χρόνια εκείνα το να άκουγες Bring Me σε έκανε αυτόματα φλώρο ή άγουστο! Και εδώ έρχεται το ερώτημα: δηλαδή πατάς play στο "Count Your Blessings", μπαίνει το "Pray For Plagues", τί το φλώρικο μπορεί να βρει κάποιο εδώ τρομάρα μου; Η απάντηση λοιπόν, δεν μπορεί να βρίσκεται στο πώς ακούγεται, αλλά στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αυτοί (μαζί με τον Mitch Lucker) καθιέρωσαν όλο το image που ακολούθησε, κι ακολουθεί, το ιδίωμα. Ηχογραφήθηκε στα DEP-studios με παραγωγό τον Sprigg και το πρώτο πράγμα που ξεχωρίζει είναι ο ακατέργαστος, κάπως θαμπός αλλά και controversial ήχος. Μουσικά το “Count Your Blessings” είναι ένα βήμα πιο κοντά στο metalcore παρά στο deathcore, όμως τα ψηλά του Oli φέρνουν κάπως την ισορροπία στην ακραία πλευρά. Η επιδραστικότητα του είναι μη μετρήσιμη, όρισε μια ολόκληρη εποχή και τους απογόνους της. Μελωδικά riff, ακραία φωνητικά με τεράστια γκάμα, μεγάλα solo, blast beats και iconic breakdowns. Βασικά, το πρώτο breakdown του δίσκου πρέπει ακόμα να διδάσκεται σε κάθε επίδοξο κορά πριν ξεκινήσει μπάντα. Οι Bring Me ήταν και είναι μουσικές (κι όχι μόνο) ιδιοφυίες, αλλά το φοβερό είναι πως το έδειξαν με τη μία, από το ντεμπούτο ακόμα!
Despised Icon - "The Ills Of Modern Man"
(Century Media, 2007)

Το να γράψουμε για την ιστορία των Despised Icon είναι σχεδόν ισοδύναμο με το να γράψουμε για τη συνολική ιστορία του deathcore. Η ιδέα των Erian και Jarrin να φτιάξουν μια μπάντα που θα παίζει ταυτόχρονα τόσο death metal όσο hardcore ήταν ένα από τα μουσικά standing points της δεκαετίας του myspace. Το μέγεθος της προοπτικής ήταν ξεκάθαρο από το πρώτο ακόμα άλμπουμ, το 2002! Στην τρίτη τους όμως κυκλοφορία έφτιαξαν ένα σύνολο τόσο άρτιο που είναι ανάμεσα στα πολύ λίγα καλύτερα του χώρου. Προσωπικά το ένα από τα δύο αγαπημένα μου. Ο τρόπος που περνάνε από το hardcore στο death και πάλι πίσω, με two-step riffs, ασήκωτα breakdown, high pitched φωνητικά και gutteral και pig squeals, έναν ντράμερ που σκοτώνει (παίζει σοβαρά ανάμεσα στους κορυφαίους της σκηνής) και ίσως τον καλύτερο ήχο σε deathcore δίσκο, απίθανα πράγματα. Βάλε σ' όλα αυτά και το μπάσο που είναι στιγμές που τα νικάει όλα μόνο του. Ανάλογα τη βδομάδα ή τη χρονιά που θα ρωτήσεις θα δώσω και άλλα highlights. Διαχρονικά όμως, "In The Arms Of Perdition", "A Fractured Hand", ομώνυμο, "Fainted Blue Ornaments" και το υπεραγαπημένο "Tears Of The Blameless" είναι αδιαμφισβήτητα έπη!
Carnifex - "Dead In My Arms"
(The City Is Burning, 2007)

Το "Dead In My Arms" είναι ανάμεσα στα πιο χαρακτηριστικά άλμπουμ για το ιδίωμα που βγήκανε ποτέ. Αν πρέπει να ακούσει κάποιο μια κυκλοφορία για να καταλάβει τον ήχο που πρέσβευε η πρώτη deathcore γενιά, πίσω στην myspace εποχή, το ντεμπούτο των Carnifex είναι αντικειμενικά και αδιαμφισβήτητα ανάμεσα στις πολύ πρώτες επιλογές. Τα έχει όλα. Τις χαοτικές και ακραίες δομές τραγουδιών, τα death metal riff, τις metalcore επιρροές, όλα τα διαφορετικά είδη φωνητικών, τα κατεδαφιστικά breakdown, ακόμα και το pissed off attitude - αυθεντικό μάλιστα ε! Το "Lie To My Face" είναι από τα κομμάτια που άφησαν σφραγίδα στο χώρο με το what the fuck πριν απ’ το breakdown να μπαίνει άνετα στις πιο iconic στιγμές ever. Ήχος ξυράφι, καθόλου φιλικός προς το χρήστη, απρόβλεπτες αλλαγές και ασυμβίβαστη προσέγγιση στο songwriting που δεν καταφεύγει πουθενά σε εύκολες, χιλιοδοκιμασμένες, λύσεις. Τόσο, αυθεντικό κι ακάθαρτο που βγάζει όλη του την ενέργεια σε κάθε ακρόαση, ακόμα και σχεδόν είκοσι χρόνια μετά. Στην πορεία οι Carnifex ήταν από τους πρώτους, αν όχι οι πρώτοι, που πρόσθεσαν το συμφωνικό στοιχείο στο deathcore (το 2011 με το "I Feel Nothing") αλλά πίσω στα πρώτα χρόνια ο ήχος τους ήταν όσο og μπορεί να πάει.
Suicide Silence - "The Cleansing"
(Century Media, 2007)

Το "The Cleansing" είναι τεράστιο άλμπουμ για το deathcore. ΤΕΡΑΣΤΙΟ. Δεν ξέρω καν αν θα ‘πρεπε να υπάρχουν λογικές, ή ακόμα και παράλογες, αντιρρήσεις. Ούτε ένα μέτριο riff, ούτε ένα κομμάτι που να μην σηκώνει, εύκολα, και τα τσιμέντα στα θεμέλια του γείτονα με κάθε play. Είμαι ανοιχτός να το πάμε κι ένα βήμα παραπέρα εδώ λέγοντας ότι είναι ανάμεσα στα κορυφαία ντεμπούτα ακραίου ήχου της δεκαετίας. Και λίγα λέμε. Οι κιθάρες δεν αφήνουν ούτε στιγμή να πέσει κάτω, περνόντας από καταιγιστικά σε groovy μέρη με έναν τρόπο τόσο φυσικό που ουρλιάζει ταλέντο σε μοναδικό βαθμό. Το rhythm section κάνει θαύματα φτιάχνοντας ένα τόσο σφιχτό κι εντυπωσιακό σύνολο σε σημείο να μην πιστεύεις τί ακούς. Αυτό που κάνει τη μουσική να ξεχωρίζει όμως είναι το πόσο ΓΕΜΑΤΟ είναι με μεγάλες στιγμές που σε κολλάνε στον τοίχο και μένουν καρφωμένες πάνω σου. Είναι παντού στο άλμπουμ! Και μετά υπάρχει κι ο Mitch Lucker. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο κορυφαίος τραγουδιστής της πρώτης μεγάλης εποχής του deathcore. Σα να μη φτάνει αυτό, ήταν μακράν ο πιο χαρισματικός frontman της γενιάς του, ίσως και πέρα από το χώρο. Το 2012, σε ένα ατύχημα με τη μηχανή, έχασε τη ζωή του και το live μνημόσυνο που ακολούθησε έμελλε να σηματοδοτήσει το τέλος της πρώτης, original, εποχής του deathcore. Πίσω στο "The Cleansing", αν και υπάρχουν κομμάτια που ξεχώρισαν στο δίσκο, δεν έχει κανένα νόημα. Μιλάμε για ατόφιο δεκάρι απ' την αρχή ως το τέλος, μηδέν skips, μηδέν fillers, μηδέν υποχωρήσεις, μηδέν συμβιβασμοί. Μόνο έπη.
Whitechapel - "This Is Exile"
(Metal Blade, 2008)

Αν πρέπει να διαλέξουμε μία deathcore μπάντα, για τη συνολική πορεία της στο χώρο, όπως και να το δούμε, πρέπει να πάμε με τους Whitechapel. Θες από διάρκεια, επιμονή στην ποιότητα (άντε με κάνα δυο εξαιρέσεις μόνο), εξέλιξη και πειραματισμό, επιτυχία στο τότε και το σήμερα, όπως και να πάμε καταλήγουμε σ' αυτούς. Ο δίσκος που θα έμπαινε στη λίστα όμως ήταν σοβαρός γρίφος. Από τη μία το "This Is Exile" είναι ανάμεσα στους σημαντικότερους δίσκους του ιδιώματος και εντελώς γαμάτος, από την άλλη το "A New Era Of Corruption" είναι κι αυτό φοβερό ενώ έδωσε και μια σπρωξιά ανανέωσης στον ήχο. Τελικά η θέση πήγε στο "This Is Exile" γιατί, εκτός των άλλων, δεν μπορεί να κερδίσει τίποτα την ωμή και απλαισίωτη παραγωγή του. Οι τρεις κιθάρες (συν τον Phil που παίζει κι αυτός) εξασφάλισαν μια τεράστια δεξαμενή riff από τα οποία μόνο τα καλύτερα σχημάτισαν το άλμπουμ. Και το καταλαβαίνεις αυτό, γιατί κάθε κομμάτι τα σπάει με πορωτικές κιθάρες παντού. Για τον Bozeman δεν ξέρω τί ακριβώς να πω. Για μένα είναι, μαζί με τον Mitch Lucker, οι δύο κορυφαίοι της γενιάς τους. Που και σήμερα δηλαδή, ακούς το καινούργιο και βάζει κάτω, για πλάκα, κάθε πιτσιρίκι που προσπαθεί να τον νικήσει. Αν βάλουμε στην εξίσωση και τα θρυλικά τους live, ο θρόνος τους ανήκει.
Chelsea Grin - "Desolation Of Eden"
(Artery Recordings, 2010)

Το ντεμπούτο των Chelsea Grin ήρθε σε μια εποχή που το deathcore είχε καταφέρει ήδη να βγει περίπου στην επιφάνεια. Ως μέλος πλέον της ευρύτερης metalcore κοινότητας είχε σπάσει τα όρια του myspace και εύρισκε ευρύτερα ακροατήρια. Αυτό επηρέασε και τον ήχο του. Οι παραγωγές έγιναν λίγο καθαρότερες με πιο ξερές κιθάρες, χωρίς όμως να χάνουν σε όγκο, οι μελωδίες έπαιρναν περισσότερο έδαφος και τα παιξίματα γίνονταν πιο περίπλοκα και τεχνικά. Δεν είναι τυχαίο ότι τον ήχο στο "Desolation Of Eden" τον είχε αναλάβει ο Tim Lambesis από As I Lay Dying. Ο δίσκος ήταν το βήμα εξέλιξης της μπάντας από το πρώτο, ομώνυμο EP. Βασικά είχε και τα επανηχογραφημένα "Cheyne Stokes", με ένα από τα κορυφαία τους breakdown και το "Recreant", με το φανταστικό video, που κατάφερε να γίνει από τα γνωστότερα hit της σκηνής. Πολύ groove, περισσότερο από άλλες μπάντες, έμφαση σε πιο αργά tempo και αμέτρητα σπασίματα που όμως ισορροπούσαν με τα πολύ μελωδικά lead στις κιθάρες. Τα δύο instrumental κομμάτια του δίσκου ανέδειξαν μια ακόμα πλευρά του ήχου που άνοιγε μάλιστα δρόμους. Ταυτόχρονα οι nu metal αναφορές ήταν σαφής και έδεναν άψογα, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο άλμπουμ για τα δεδομένα του χώρου. Το "Desolation Of Eden" έδειξε αρκετές από τις προοπτικές που είχε το deathcore για το μέλλον.
Thy Art Is Murder - "Hate"
(Halfcut, 2012)

Είναι το "Reign Of Darkness" το μεγάλο φινάλε μιας σκηνής που χάνει τη δυναμική και το εκτόπισμά της; Υπερβολές! Όχι ότι δεν είναι τρομερό κομμάτι, που έγινε super hit, ούτε φυσικά είναι ψέματα ότι τα χρόνια που ακολούθησαν το "Hate" βρήκαν το deathcore σε μια εμπορική, αλλά και δημιουργική, πτώση. Αλλά δεν έσβησε η σκηνή, δεν πέθανε το είδος. Βγήκαν και κάποιες εξαιρετικές κυκλοφορίες τα χρόνια μετά το 2012, βλέπε ας πούμε Infant Annihilator, αλλά ο ξαφνικός χαμός του ηγέτη της σκηνής, Mitch Lucker, έβαλε κάπως φρένο στην πορεία της. Από την άλλη το δεύτερο άλμπουμ των Thy Art Is Murder έσκασε πολύ δυνατά στο deathcore τότε. Είχαν ήδη βγει στην επιφάνεια από το τρομερό EP τους "Infinite Death" και μετά με το ντεμπούτο full length "The Adversary", που έβαλε τα πιο τεχνικά παιξίματα και τις πολυεπίπεδες συνθέσεις στο προσκήνιο, αλλά αυτό που έγινε με το "Hate" ήταν έξω από το αναμενόμενο. Δεν ήταν μόνο το songwriting, τα riff, τα breakdown και το iconic εξώφυλλο, ούτε καν το τρομερό performance του, εντελώς μαλάκα όπως πρόσφατα αποδείχτηκε, CJ. Το "Hate" είχε ατμόσφαιρα, χωρίς μάλιστα να κάνει καθόλου εκπτώσεις στην επιθετικότητα που χαρακτηρίζει τη σκηνή. Συν ότι η επιρροή των Meshuggah, των Behemoth και των Decapitated είναι πλέον εμφανής. Ίσως γι αυτό μάλιστα οι Thy Art είχαν, και έχουν, μεγαλύτερη απήχηση και στο ακραίο κοινό έξω από τη σκηνή.
Shadow Of Intent - "Melancholy"
(Self-Released, 2019)

Καθαρά μουσικά, οι Shadow Of Intent είναι, μαζί με τους Lorna Shore φυσικά, οι ακρογωνιαίοι λίθοι της εξελιγμένης σημερινής μορφής του deathcore. Αυτής που ουσιαστικά έχει φέρει μια μικρή επανάσταση στο χώρο τα τελευταία χρόνια. Και για να είμαι ειλικρινής, το "Melancholy" και το "I Feel The Everblack Festering Within Me" είναι τα δύο καλύτερα άλμπουμ της. Σε όρους αποστασιοποιημένης οπτικής μάλιστα, προσπαθώντας να καταπιέσω δηλαδή τα προσωπικά μου φίλτρα και γούστα, αυτό εδώ ίσως είναι το κορυφαίο. Οι ρίζες του ξεκινάνε τόσο από το βάναυσο deathcore όσο κι από το grandiose symphonic black των Dimmu Borgir και των Septic Flesh, η παρακαταθήκη που έχει αφήσει το "Puritanical Euphoric Misanthropia" βλέπεις είναι τεράστια. Προφανώς η συμβολή του Francesco Ferrini στη διαμόρφωση του "Melancholy" είναι καθοριστική, δίνοντας το μέγεθος που αδιαμφισβήτητα έχει. Το εύρος της μουσικής και των φωνητικών, η ατμόσφαιρα και ο καταιγισμός ιδεών μαζί με ένα concept που ταιριάζει απόλυτα στο κλίμα, συνθέτουν ένα άριστο σύνολο. Κάθε στοιχείο έχει το ρόλο του και τη θέση του, τίποτα δεν ακούγεται επιπόλαιο ή προκάτ και εντυπωσιάζει με τον τρόπο που καταφέρνει να γίνεται καταιγιστικό αφήνοντας όμως χώρο στις συνθέσεις να αναπνέουν και να αναπτύσσονται. Φανταστική δουλειά στις κιθάρες, με τα riff να είναι σε κυρίαρχη θέση αντί του εύκολου, και συχνά βαρετού, chugging και εξίσου δυνατό rhythm section. Σε κάθε ένα που περνάει καλά ακούγοντας Lorna έχω να πω ότι επιβάλλεται να ακούσει αυτό το άλμπουμ!
Lorna Shore - "...And I Return To Nothingness"
(Century Media, 2021)

Ωραία, ας ξεκινήσουμε λέγοντας ότι οι Lorna Shore δε φύτρωσαν με τον Will Ramos, υπήρχαν και πριν απ’ αυτόν έχοντας μάλιστα μερικούς φοβερούς δίσκους στην πορεία τους. Στο "Immortal" θεωρουνταν (και ήταν) ήδη το next big thing, με τη Century Media να το στηρίζει απόλυτα. Μη γελιόμαστε όμως, η είσοδος του συμπαθέστατου frontman στην μπάντα άλλαξε απότομα το επίπεδο. Βασικά, είναι δίκαιο να πούμε ότι η συγκεκριμένη μεταγραφή διαφοροποίησε το status όλου του deathcore. Καταρχήν όταν έσκασε το "To The Hellfire" ακούστηκε σε όλα τα μήκη του πιθανού, ίσως και απίθανου, ακροατηρίου του ακραίου ήχου. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος της απήχησης, τα streams του στο Spotify είναι κοντά στα 80 εκατομμύρια! Ξεκάθαρα το μεγαλύτερο hit στην ιστορία της σκηνής. Μουσικά, οι Lorna, με αφετηρία αυτό το EP, μπαίνουν σε έναν νέο κύκλο όπου το συμφωνικό metal, παρέα με μεγάλες, σινεματικές μελωδίες, χρησιμοποιούνται με περισσότερη συνέπεια διαμορφώνοντας αρμονικά σύνολα ξεκάθαρης οπτικής. Βασικά η επιρροή των Dimmu Borgir, των Fleshgod Apocalypse, και όχι μόνο, άνοιξε νέους ορίζοντες και χάραξε δρόμους για την επιστροφή του ήχου στο προσκήνιο. Όχι ότι οι Lorna Shore κάνανε κάτι πρωτοφανές που δεν είχε ξαναγίνει, ούτε το EP αυτό ήταν κάποια μουσική παρθενογένεση. Αντίθετα το μουσικό τους όραμα ήταν εκεί από το "Flesh Coffin" ακόμα και δούλεψαν πολύ σκληρά για να διαμορφώσουν και να καθιερώσουν τον ήχο τους. Εδώ όμως έγινε με πιο συμπαγή και ταυτόχρονα εντυπωσιακό τρόπο έτσι που το deathcore επαναδιαπραγματεύτηκε τη ίδια του τη θέση και δομή. Αρέσουν ή όχι σε κάποιο είναι σε μεγάλο βαθμό και θέμα γούστου, είναι όμως εντελώς άδικο να μην τους αναγνωρίζεται η καθοριστική συμβολή που έχουν στην ανακατανομή του χάρτη της ακραίας μουσικής.
Fit For An Autopsy - "Oh What The Future Holds"
(Nuclear Blast, 2022)

Αν είναι να κρατηθεί ψηλά ένα ιδίωμα στη σκληρή μουσική και να αντέξει στο χρόνο, είναι απαραίτητο να εξελίσσεται βρίσκοντας νέους, εναλλακτικούς δρόμους συνάντησης με διαφορετικούς ήχους. Να μην περιχαρακώνεται, να μην αντιμάχεται τις αλλαγές και τις προσμίξεις και να μη φοβάται να πειραματιστεί. Το deathcore τα τελευταία χρόνια δοκιμάζει, και μέσα από τις δοκιμές του, καινοτομεί δημιουργώντας ρεύματα που ανοίγουν την απήχηση του. Δεν είναι μόνο η κίνηση προς το συμφωνικό στοιχείο, είναι και το άνοιγμα προς το nu metal, το sludge, το djent, μέχρι και το progressive. Οι Fit For An Autopsy είναι από αυτούς που ψάχνουν τις επιλογές τους, με γνήσιο μουσικό ταλέντο, δουλειά και αστείρευτη έμπνευση. Βρίσκουν υλικά στο έργο των Gojira, επιστρατεύουν υφές από τα θεμέλια του deathcore και γράφουν τη δική τους μουσική τραβώντας μια ακόμα γραμμή επέκτασης του ήχου. Στο "Oh What The Future Holds" καταθέτουν μια ουτοπία συνθετικής κορύφωσης δημιουργώντας ένα σύνολο δέκα εξαιρετικών κομματιών που δεν αφήνουν ούτε στιγμή να χάθει η ουσία ή το ενδιαφέρον. Οι μουσικοί είναι όλοι τους ιδιοφυίες. Οι κιθάρες κάνουν φανταστικά πράγματα από την αρχή ως το τέλος, ενώ ο ντράμερ παραδίδει μαθήματα για το πώς μπορούν τα τύμπανα να έχουν προσωπικότητα και να βάζουν χαρακτήρα στο songwriting. Αν κάποιο γνωρίζει ήδη ότι το deathcore το αφήνει παγερά αδιάφορο, αλλά για κάποιον ακατανόητο λόγο θέλει να δοκιμάσει κάτι από εδώ μέσα, αυτός είναι ο δίσκος του.
The Acacia Strain - "You Are Safe From God Here"
(Rise Records, 2025)

Οι The Acacia Strain είναι ανάμεσα στις πρωτοπόρες μπάντες της σκηνής. Δισκογραφικά ξεκίνησαν το 2001 και ήδη στο δεύτερο ολοκληρωμένο άλμπουμ τους, "3750" είχαν στοιχεία του ήχου που στην πορεία καθιερώθηκε ως deathcore. Αυτό φυσικά έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τις τότε δηλώσεις του ίδιου του Vincent, ότι το deathcore είναι σκουπίδι που διαδέχθηκε, ένα εξίσου τέτοιο, το nu metal. Είχε φτάσει στο σημείο μάλιστα να πει πως οποιοδήποτε τους ονομάσει deathcore θα πάθει άσχημα πράγματα από αυτόν. Με τα χρόνια νομίζω ηρέμησε. Αλλά μόνο στον τρόπο σκέψης, στη μουσική καθόλου. Η εξερεύνηση των ήχων γύρω από τον πυρήνα της ταυτότητας των The Acacia Strain είναι διαρκής και παράγει εξαιρετικές προτάσεις σταθερά. Πόσες μεγάλες μπάντες μπορούν να πουν ότι βγάζουν τον καλύτερο δίσκο τους στα εικοσιπέντε χρόνια παρουσίας; Προφανώς δεν προσπαθώ, ούτε γίνεται, να μειώσω την παρακαταθήκη δίσκων όπως το "Wormwood" και το "The Dead Walk", αλλά επιλέχθηκε το τελευταίο γιατί συμπυκνώνει καλύτερα την πορεία και τη νοοτροπία της μπάντας. Χωριά ότι είναι τρομερό. Ουσιαστικά, χωρίζεται σε δύο μέρη, τα πρώτα έντεκα κομμάτια είναι μικρής διάρκειας και κυριαρχούν το πάθος, η ενέργεια, τα riff και το hardcore χάος. Το τελευταίο είναι ένα δεκατετράλεπτο κύτος που σέρνεται στις deathcore/sludge λάσπες του, σχηματίζοντας έναν ηχητικό ογκόλιθο που είναι ικανός να συνθλίψει τα πάντα. Το αποτέλεσμα είναι άριστο και στις δύο πτυχές του, για έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους δίσκους του ιδιώματος.
+1: Darko US - "Oni"
(Self-Released, 2022)

Το ακαταλαβίστικο παιδί του deathcore με το djent, που δεν είναι τίποτα από αυτά. Project δύο ανθρώπων, Josh Miller (Chelsea Grin, Emmure, Spite) και Tom Barber (Chelsea Grin, Lorna Shore), μηδενική ανοχή στις καθιερωμένες φόρμες, groove και άποψη, υπερβολικά over-produced ήχο - σε σημείο που γίνεται εκφραστική επιλογή επιθετικότητας και αλλοπρόσαλλη ηχητική παλέτα. Electro, nu metal, industrial, rap, metalcore, post, thall, cyber-κάτι και απροσδιόριστα/παράλογα βαριά πράγματα. Αν ποτέ συναντούσα τίποτα πράσινα τυπάκια, from outer space, με tattoo στο λαιμό και piercing στις κεραίες, αυτά θα άκουγαν, είμαι σίγουρος. Πάντως, όσο κι αν η συνεχής βιαιοπραγία πάνω στα διαμορφωμένα κριτήρια του ακροατού είναι η ταυτότητα του άλμπουμ, τα σημεία ησυχίας δένουν τις άκρες και το κάνουν να βγάζει νόημα. Μέχρι να μπει το επόμενο "riff".
