The Protomen
Act III: This City Made Us
Πόσες χιλιάδες μέρες μπορείς να περιμένεις για ένα sequel που να σε κάνει να παρακαλάς γονυπετής για ένα ακόμα sequel;
Δεν υπάρχουν συμπτώσεις. Υπάρχουν μόνο ιδανικές συνθήκες που επισημαίνουν σημαντικές, ιστορικές στιγμές. Δεν μπορώ να δεχτώ ως σύμπτωση, το ότι είχα στα χέρια μου το, ομολογουμένως πολυαναμενόμενο, τρίτο "Act" του μιούζικαλ των The Protomen, την μέρα που τελείωσα συγκινημένος ένα video game της Capcom - όχι το Mega Man που είναι η κύρια πηγή έμπνευσης της κολλεκτίβας από το Tennessee, αλλά και πάλι, Capcom. Όχι, δεν είναι σύμπτωση ούτε το γεγονός ότι το "Act III: This City Made Us" έχει ημερομηνία κυκλοφορίας την ενάτη Ιανουαρίου, την μουδιασμένη μέρα που βρίσκεται ανάμεσα στη γέννηση και το θάνατο του εμβληματικότερου μουσικού στον πλανήτη, του εξωγήινου/τοτέμ/θεού που απλώς έφυγε από αυτό το realm για να επιστρέψει σε αυτό που τον έστειλε εδώ το 1947 για να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους μέσα από τα ευαγγέλιά του (μην ρωτήσεις το Chat GPT, αν δεν έχεις καταλάβει ότι μιλάμε για τον David Bowie, δεν έχεις καμία ελπίδα).
Η σχέση μου με τους μουσικούς πρωταγωνιστές του Mega Man άργησε ένα ολόκληρο act, αφού δεν έδωσα σημασία στο ομότιτλο ντεμπούτο του 2005, όταν έβαλαν δηλαδή σε εφαρμογή το μεγαλεπήβολο σχέδιο της μουσικοποιήσης του εμβληματικού video game franchise της Capcom, γιατί οι σκοτεινοί θεοί αυτού του κόσμου είχαν τα δικά τους μεγαλεπήβολα σχέδια για μένα εκείνη την περίοδο (αν και κράτησα την πληροφορία του εξωφύλλου του σε pixels στο εγκέφαλό μου για όσο χρειαζόταν). Έτσι, η επιστροφή τους το 2009 με το prequel "Act II: The Father Of Death" με έπιασε απροετοίμαστο από κάθε άποψη, αλλά υποσυνείδητα πανέτοιμο να δεχτώ δύο volumes της Οργουελικής ιστορίας της δυστοπικής πόλης που είναι η αρένα για την τραγική διαμάχη του σατανικού Dr. Albert Wily και της στρατιάς των ρομπότ του, με τον συνάδελφο και ανταγωνιστή του Thomas Light και τα "παιδιά" του, Protoman και Megaman - και να κολυμπήσω στον νοσταλγικά φουτουριστικό κόσμο τους μέχρι να με συντρίψουν από ευτυχία και ικανοποίηση οι Συμπληγάδες Πέτρες του story concept και της rock (no pun intended) opera τους.
Αν και οι The Protomen δεν εξαφανίστηκαν ποτέ από το μουσικό στερέωμα, κυκλοφορώντας EP, album διασκευών, OST και singles κατά τη διάρκεια μιάμισης δεκαετίας, τους πήρε δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια για να μας δώσουν τρίτο και τελευταίο μέρος της ιστορίας τους. Δεκαεπτά χρόνια! Τύφλα να΄χουν δηλαδή οι Tool και οι Karnivool με τα δεκατρία χρόνια που είχαν να εμφανιστούν στη δισκογραφία, τα δέκα που έκαναν να μας δώσουν το τελευταίο μέρος της "Requiem" τριλογίας τους οι Virgin Black και τα δεκαπέντε για το sequel "Abigail II" του ενός και μοναδικού King Diamond (που κανένας βέβαια δεν του ζήτησε...).
Άξιζε λοιπόν η αναμονή των 5.965 ημερών; Α Π Ο Λ Υ Τ Α.
Το "Act III" είναι ένα stand-alone μουσικό rock μνημείο, από αυτά που έχει ανάγκη η rock, η οποία ναι μεν δεν πέθανε ποτέ, αλλά δεν μας δίνει και τόσο συχνά στιγμές υπέρτατης θεατρικής συγκίνησης σαν αυτές που μας χάρισαν απλόχερα οι Queen και ο Bowie στα ‘70s, ο Meatloaf με την "Bat Out Of Hell" τριλογία του κατά τη διάρκεια όλης σχεδόν της καριέρας του, όλοι τους με majestic rock operas και concept albums, οι prog-rock, kraut-rock και AOR ημίθεοι ήρωές μας (Rush, Tangerine Dream, ELO, Journey), επίσης τέσσερις και πέντε δεκαετίες. Τα ονόματα δεν είναι τυχαία (να’το πάλι!), αφού η έμπνευση της μπάντας μουσικά, αντλείται από αυτά τα μεγαθήρια - και το αποτέλεσμα είναι αντίστοιχης εμβέλειας και δυναμικής.
Σαφώς και δεν θα κάνω spoiler της ιστορίας (μην κάνεις ποτέ αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν), η ανατριχίλα και η συγκίνηση αλλά και τα μηνύματά της, είναι καθαρά προσωπική υπόθεση που κανένας δεν επεμβαίνει και δεν στερεί από το μέγεθός της), όμως θα εξομολογηθώ πως αυτό που καταφέρνει ηχητικά το "This City Made Us", δεν το κατάφερε σε τέτοιο βαθμό κανένα προηγούμενο act και αμέτρητοι άλλοι rock δίσκοι τις τελευταίες δεκαετίες. Η παραγωγή είναι ζωντανή, οργανική και ιδανική, το performance μοναδικό, οι φωνάρες του Raul Panther III και της Gambler Kirkdouglas εθιστικές στα όρια ανάγκης κέντρου απεξάρτησης και τα τραγούδια (μαζί με τα ιντερλούδια), ένα προς ένα και όλα μαγικά, γαμώτο! Αν και δεν βρίσκω κανένα λόγο να διαλέξω, έχω την αίσθηση πως λίγα περισσότερα από τα αμέτρητα repeats έχουν λάβει τα υμνικά "Hold Back The Night" (που έρχεται καπάκι μετά από το απόλυτο "previously on" πρελούδιο "The Calm" και μαγεύει με το vocal swordfight μεταξύ των πρωταγωνιστών) και "Calling Out" (που αναλαμβάνει εξ’ολοκληρου η Gambler και το BonnieTylerίζει (ερ)εθιστικά και καταπληκτικά), όπως και η μαγική cliffhanger τριλογία του τέλους της...τριλογίας, "Light’s Last Stand" (αυτό το sax solo και η απόλυτη Meatloaf αίσθηση…) - "The Good Doctor Part 2" (ίσως η (συναισθηματικά) καλύτερη στιγμή του album) - "The Fate Of Thomas Light" (και κλάμα...κλάμα).
Με αριστουγηματικό τρόπο κλείνουν οι The Protomen την τριλογία τους λοιπόν, ξεχάσαμε κιόλας ότι άργησαν σχεδόν δύο δεκαετίες για την ολοκληρώσουν και τους συγχωρούμε τα πάντα. Και αν δεν μείνουν στην ιστορία για όλη την πορεία τους αλλά και το καλύτερο VG concept-to-music ever, σίγουρα μένουν στην ιστορία για ένα από τα πιο απίστευτα, υπέροχα, μαγικά albums στην ιστορία της rock μουσικής - ένα δίσκο που με αφήνει χορτασμένο, ενθουσιασμένο σε εφηβικά μεγέθη έκπληξης και ευτυχίας και ταυτόχρονα, με κάνει να προσεύχομαι γονυπετής για ένα πιθανό Act IV, ακόμα και αν πρέπει να περιμένω άλλες 6.000 μέρες. This album made me.
