Λάτρης των ανορθόδοξων και προκλητικών ακουσμάτων. Θεωρεί τη μουσική αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης. Στις ψηφιακές σελίδες του Rocking μοιράζεται τις απόψεις του κινούμενος κατά βάση στον...
Poppy
Empty Hands
Μοντέρνο, πιασάρικο, τολμηρό βήμα για τη μυστηριώδη καλλιτέχνιδα
Αν η καριέρα της Poppy ήταν μια άσκηση επί χάρτου πάνω στη μεταμοντέρνα αποδόμηση της pop κουλτούρας, το "Empty Hands" μοιάζει με τη στιγμή που η θεωρία δίνει τη θέση της σε μια ωμή, κυνική πραγματικότητα. Η καλλιτέχνιδα που ξεκίνησε ως ένα YouTube "glitch" και μετεξελίχθηκε στην πιο απρόβλεπτη φιγούρα του σύγχρονου σκληρού ήχου, επιστρέφει μόλις ένα χρόνο μετά το εξαιρετικό "Negative Spaces", διεκδικώντας κάτι παραπάνω από τον τίτλο της "alternative star".
Βασικός πυλώνας αυτής της προσπάθειας, ο γνώριμος στα μοντέρνα λημέρια και πανταχού παρόν Jordan Fish. Αυτό που κάποιοι θα ονόμαζαν "Fish-ification" του mainstream metal, εδώ λειτουργεί ως το ιδανικό όχημα για την Poppy: μια κλινικά καθαρή, συμπιεσμένη αλλά εκκωφαντική αισθητική που παντρεύει τα βιομηχανικά κατάλοιπα με metalcore ξεσπάσματα.
Στο εναρκτήριο "Public Domain" η Poppy κλείνει το μάτι υφολογικά στον Marilyn Manson επιτίθεται στην έννοια της καλλιτεχνικής ιδιοκτησίας πάνω σε ένα industrial χαλί που θυμίζει τις ένδοξες στιγμές του "I Disagree", αλλά με μια πιο ώριμη, "μαύρη" αυτοπεποίθηση. Η συνέχεια με το "Bruised Sky" αποκαλύπτει τη συνταγή που η Poppy (ή ο Fish; ή και οι δυο μαζί;) φαίνεται να τελειοποιεί: ογκώδη riffs που εναλλάσσονται με αιθέρια, pop hooks. Απο τα κομμάτια που μυρίζουν έντονη ψαρίλα, και θα μπορούσε να ταιριάξει σε οποιονδήποτε δίσκο έχει βάλει τα χεράκια του ο Ιορδάνης (γκουχ - Architects - γκουχ) τα τελευταία χρόνια.
Αν μη τι άλλο στο άλμπουμ βρίσκουμε διαφορετικές τάσεις, τόσο ερμηνευτικά όσο και στυλιστικά. Το μικρό intro για το "Unravel" με την Bon Iverική πολυφωνία στρώνει ένα ιδιόμορφο χαλί για ένα από τα βασικά hits. Απ την άλλη, στο "Dying To Forget" η σφαλιάρα είναι τόσο δυνατή που αφήνει σημάδι στο μάγουλο. Καταιγιστικό κομμάτι, με το groove να πρωταγωνιστεί και την Poppy να δαιμονίζεται. Το πιασάρικο ρεφραίν μοιάζει με ανάσα ανάμεσα στα ογκώδη riffs, ενώ το εξαιρετικό κλείσιμο με το pitch-shift στις κιθάρες γλυκοκοιτάει προς τους Spiritbox.
To "Time Will Tell" είναι άλλη μια σύνθεση με σαφή industrial επιρροή, και κολλητική μελωδία που σε βρίσκει να την σιγοτραγουδάς σε άσχετες στιγμές. Στο "Eat The Hate" πάλι, μπολιάζεται το ποπάνκ με το grunge και λίγες απαραίτητες γκαρίδες, σε ένα ενδιαφέρον πάντρεμα. To "Ribs" βρίσκεται με σιγουριά ανάμεσα στις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ με τη μελωδικότητα του. Για κλείσιμο, το ομότιτλο κομμάτι, είναι μάλλον η πιο ακραία στιγμή στα σαράντα περίπου λεπτά που διαρκεί ολόκληρο το "Empty Hands". Η συνεργασία με τους Knocked Loose μάλλον έδωσε έμπνευση στη μυστηριώδη καλλιτέχνιδα, και η ενέργεια των ζωντανών εμφανίσεων όπως κ η ίδια έχει δηλώσει, ήταν κομβική για την δημιουργική κατεύθυνση του δίσκου.
Το "Empty Hands" είναι βαρύ, είναι προσβάσιμο, αλλά κυρίως, είναι ειλικρινές μέσα στην τεχνητή του φύση. Μοιάζει με το επόμενο, λογικό βήμα για την Poppy, που δείχνει ψήγματα μεγαλείου (βλέπε το φοβερό "End Of You"), και κρατώντας το μοντέρνο πυρήνα του ήχου της, συνεχίζει με μεγάλη αυτοπεποίθηση και σαφή πλέον ταυτότητα το καλλιτεχνικό της ταξίδι.
