Μοιραζόμενος τις απόψεις του μέσω του Rocking.gr, προσπαθεί να ισορροπήσει στην λεπτή γραμμή μεταξύ υποκειμενικού οπαδισμού και αντικειμενικής οπτικής περί μουσικής. Καθώς κινείται ηχητικά σε μια περιοχή...
Exodus
Goliath
Ο Γολιάθ λυγίζει, όχι από κάποιον Δαυίδ, αλλά από την ίδια του τη στιβαρή μα άνιση φύση
Η επιστροφή του Rob Dukes στο στρατόπεδο των Exodus χαιρετίστηκε ως μια αναγκαία ένεση αδρεναλίνης σε έναν οργανισμό που έμοιαζε να μένει στάσιμος, την ίδια στιγμή που τα προβλήματα με τον Steve “Zetro” Souza έμοιαζαν να έχουν επανέλθει στο προσκήνιο. Η μπάντα έχει χρόνια να μας απασχολήσει δισκογραφικά και η αλλαγή προσώπου πίσω από το μικρόφωνο θα μπορούσε να δώσει ξανά μια δημιουργική σπίθα στο βασικό συνθετικό δίδυμο των Gary Holt και Lee Altus, με τον παλιό γνωστό Dukes να φαντάζει η πιο σίγουρη λύση στην προκειμένη φάση.
Στο νέο δίσκο, λοιπόν, η μπάντα επιχειρεί μια επαναπροσέγγιση των συνθετικών της μοτίβων, με μια σκοπιά περισσότερο δυσπρόσιτη απ’ ότι συνήθως. Δεν θα ήταν παράλογο να μιλήσουμε για μια νοητή επιστροφή στην περίοδο των “Force Of Habit” και “Impact Is Imminent”, αν και η μπάντα στην ύστερη περίοδο της ανέκαθεν έφερε το πιο εκτεταμένο και ψευδεπίγραφα «προοδευτικό» στο υλικό της, ειδικά από τη στιγμή που ο Altus υπήρξε βασικός συνθέτης.
Η προσθήκη του βιολιού της Katie Jacoby στο ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ ή η συμμετοχή του Peter Tägtgren στο "The Changing Me" θα μπορούσαν να είναι ενδιαφέροντες πειραματισμοί, εξυπηρετώντας ένα όραμα δημιουργικότητας. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μπορεί να κρυφτεί ότι οι δομές συγκεκριμένων τραγουδιών καταλήγουν υπερβολικά προβλέψιμες και κουραστικά μακροσκελείς, κάνοντας δυσπρόσιτη την επαναπροσέγγιση του άλμπουμ. Εδώ, μάλιστα, διαφαίνεται και το βασικό πρόβλημα του “Goliath”, το οποίο έγκειται στη grower φύση που (δεν) έχει.
Θαρρώ για μια μπάντα με το status και το υπόβαθρο των Αμερικάνων, που έχουν μια τεράστια καριέρα και κυρίως σοβαρούς δίσκους στο back catalogue τους, το να προσπαθούμε να χρυσώσουμε το χάπι δεν ωφελεί πουθενά. Δεν είναι η πρώτη φορά που το σχήμα επιχειρεί πιο εκτεταμένες φόρμες και διάρκειες, ούτε διαφοροποιείται τόσο η συνθετική μανιέρα ώστε να μιλήσουμε για κάτι τόσο μη οικείο. Ακόμη και στα τελευταία άλμπουμ του Dukes, εκείνο το ντουέτο των “Exhibits…”, υπήρχε αυτή η τάση, μόνο που τότε το αποτέλεσμα φάνταζε άμεσα πιο ενδιαφέρον.
Το μεγαλύτερο αγκάθι, όμως, εντοπίζεται εκεί που πολλοί περίμεναν τη διαφοροποίηση. Ο Rob Dukes επιστρέφει, αλλά όχι ως ο οργισμένος frontman του κορυφαίου “Shovel Headed Kill Machine”, αλλά ως ένας ερμηνευτής που στερείται παλμού και χαρακτήρα. Τα φωνητικά του ακούγονται επίπεδα, άχρωμα και συχνά θάβονται κάτω από τα κιθαριστικά στρώματα που μοιάζει να προσπαθούν να καλύψουν τη μερική συνθετική ένδεια. Εκεί που κάποτε υπήρχε ωμή βία, χαρακτηριστικό που ξεχώριζε τον Dukes (ακόμη και αν πάντοτε μιλούσαμε για έναν τραγουδιστή συγκεκριμένων δυνατοτήτων), τώρα συναντάμε μια σχεδόν διεκπεραιωτική προσέγγιση που δεν καταφέρνει να ξεχωρίσει ούτε στις γρήγορες στιγμές (βλ. "3111"), ούτε στις πιο αργόσυρτες, «πειραματικές» απόπειρες (βλ. ομώνυμο).
Φθάνοντας στα καθέκαστα, υπάρχουν στιγμές που η κιθαριστική κλάση των Lee Altus και Gary Holt λάμπει, όπως στο καταληκτικό "The Dirtiest Of The Dozen", όπου ανά στιγμές ανακαλείται η εκκωφαντική αύρα του “Tempo of the Damned”. Συνολικά, όμως, ο Γολιάθ λυγίζει, όχι από κάποιον Δαυίδ, αλλά από την ίδια του τη στιβαρή μα άνιση φύση, καθώς ο δίσκος ξενίζει τον παραδοσιακό οπαδό με τις ηχητικές του αλχημείες, ενώ μάλλον απογοητεύει τον απαιτητικό ακροατή με την έλλειψη ουσιαστικής και σταθερής έμπνευσης σε κάθε κομμάτι.
