Μανιακός ακροατής, με αδυναμίες που ξεκινάνε από το ακραίο metal και καταλήγουν σε ξεδιάντροπα χορευτικά άσματα, αναζητά διαρκώς, σε παρελθόν και παρόν, μουσικά διαμαντάκια ώστε να τα εντάξει σε κάποια...
Circle Jerks
Group Sex
Δεκαπέντε λεπτά αυθεντικού punk οργίου
Είναι εντυπωσιακό το πόσες εκδοχές της δεκαετίας του 1980 υπάρχουν. Πιθανά περισσότερες από οποιαδήποτε άλλη δεκαετία. Και με αυτό εννοώ πως η εποχή επέτρεψε την ανάδυση τόσο πολλών και διαφορετικών καλλιτεχνικών κινημάτων που, πραγματικά, είναι δύσκολο να εντοπίσουμε αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κυρίαρχο όπως π.χ. το rock τη δεκαετία του ’60. Και αυτό γιατί τα ‘80s είναι, παράλληλα, η pop, το heavy metal, το new wave, το ανερχόμενο hip-hop, οι ταινίες fantasy, το "Goonies", το "Stand By Me", το "Back To The Future" το "E.T. the Extra-Terrestrial", αλλά και το "Brazil", το "Shining", το "Wings of Desire", το "Terminator", το "The Fly", οι Slayer, οι Bauhaus, και, φυσικά, το hardcore punk.
Αν πάμε στην αρχή της δεκαετίας λοιπόν, και συγκεκριμένα στο 1980, το hardcore punk ακόμα διαμόρφωνε τη δική του ταυτότητα στα προάστια του Los Angeles. Κάπου εκεί, ένας 25χρονος με το όνομα Keith Morris, έχοντας ήδη τραγουδήσει στο ιστορικό "Nervous Breakdown", είχε μόλις αποχωρήσει από τους Black Flag, ένα από τα πιο επιδραστικά σχήματα του underground της εποχής, κι είχε δημιουργήσει τους Circle Jerks μαζί με τον κιθαρίστα Greg Hetson, τον μπασίστα Roger Rogerson και τον ντράμερ Lucky Lehrer. Ενδεικτικό της ιδεολογίας τους ήταν ότι το σχήμα αρχικά λεγόταν Bedwetters, πριν ο Morris, λόγω του ότι ο Lehrer δεν γούσταρε το όνομα, αντιπρότεινε το Circle Jerks, το οποίο και υπερίσχυσε. Το ακόμη πιο εντυπωσιακό όμως είναι πως η παρέα αυτών των μουσικών δεν ήταν κλασσική περίπτωση punk γκρουπ που πρώτα έκλεινε συναυλία και μετά ξεκινούσε να μάθει πως να παίζει κιθάρα. Ο Rogerson είχε κλασική μουσική παιδεία και ο Lehrer, πριν τους Circle Jerks, έπαιζε jazz, στοιχεία που θα έδιναν στον ήχο τους μια ανεξέλεγκτη τεχνική ακρίβεια, κρυμμένη καλά πίσω από το, φαινομενικά, άτεχνο χάος τους.
Έτσι, με αφετηρία τραγούδια των Black Flag που ο Morris πήρε μαζί του φεύγοντας από το σχήμα και νέα κομμάτια που γράφτηκαν στο εξάμηνο από την δημιουργία τους μέχρι τον Ιούλιο του 1980, οι Circle Jerks μπήκαν εκείνο το καλοκαίρι στο στούντιο και ηχογράφησαν το ντεμπούτο τους το οποίο θα κυκλοφορούσε τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς. Προβοκατόρικο σε όλα του, το "Group Sex" αποτελείται από 14 κομμάτια που δεν ξεπερνάνε τα 16 λεπτά, με τίτλους όπως το "I Just Want Some Skank" και το "World Up My Ass", που καθιστούν σαφές πως, περισσότερο από μουσικό άλμπουμ, το συγκεκριμένο αποτελεί μια τσαμπουκαλεμένη πρόσκληση σ’ ένα ολόκληρο σύμπαν. Γι’ αυτό και τέσσερις δεκαετίες αργότερα, δικαίως, θεωρείται ένα από τα πιο καθοριστικά ντεμπούτα στην ιστορία του αμερικανικού punk, ένας δίσκος που ουσιαστικά βοήθησε να οριστεί το ίδιο το hardcore, κι ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ όλων των εποχών.
Εξάλλου, αν κάτι γίνεται σαφές από την πρώτη στιγμή της ακρόασης, είναι πως το γκρουπ δεν έχει χρόνο για χάσιμο και θέλει να τα πει όλα τώρα και γρήγορα. Δεκατέσσερα τραγούδια σ’ ένα τέταρτο με συνθέσεις που σπάνια ξεπερνούν το ένα λεπτό, πετυχαίνοντας όμως να μοιάζουν ολοκληρωμένες. Κι αυτό σε μια εποχή όπου το punk των Sex Pistols ή των Clash διατηρούσε ακόμα έντονους δεσμούς με το rock’n’roll. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να μας κάνει εντύπωση ότι το αποτέλεσμα ήταν τόσο ακραίο για την εποχή, ακόμη και για τους ίδιους τους πάνκηδες.
Χωρίς αμφιβολία, η παρουσία του Morris ήταν καθοριστική. Η φωνή του, άκρως επιδραστική για όσους ακολούθησαν, ουσιαστικά αποτέλεσε την εκφραστική βάση στην οποία πάτησαν οι πάντες, από το hardcore μέχρι το punk rock. Συγχρόνως, τραγούδια όπως τα "Wasted" και "Red Tape" είχαν ρίζες στο πρώιμο ρεπερτόριο των Black Flag, κουβαλώντας όλη τη βία και την ένταση της πρώτης γενιάς του αμερικανικού hardcore. Μάλιστα, αυτό προκάλεσε και τα πρώτα beefs στη σκηνή, καθώς ο Greg Ginn των Black Flag αντέδρασε στην κυκλοφορία του "I Don't Care" χωρίς να του δώσουν συνθετικά credits, ξαναγράφοντας τους στίχους και κυκλοφορώντας το ως "You Bet We've Got Something Personal Against You!". Ωραίες εποχές θα πει κανείς!
Πέραν όμως της συνολικής παρουσίας και των στίχων του Morris, το "Group Sex" ήταν και μουσικά επαναστατικό για το 1980. Οι κιθάρες του Greg Hetson ακούγονται κοφτερές σαν ξυράφι, ενώ ο Lucky Lehrer, εφαρμόζοντας τεχνικές αυτοσχεδιασμού, διεύρυνε τον ήχο, ξεφεύγοντας από την πρώιμη ωμότητα, και, παράλληλα, φέρνοντας στο punk μια ορμή που τότε ακουγόταν εξωπραγματική. Αυτό όμως που τελικά έκανε τον δίσκο διαχρονικό δεν ήταν ούτε η ταχύτητα, ούτε η ένταση. Ήταν το πόσο τέλεια αιχμαλώτισε την ασφυξία μιας ολόκληρης γενιάς Αμερικάνων της εποχής του Reagan. Το "Beverly Hills", με τον θρυλικό στίχο "All the people look the same, don't they know they're so damn lame" σατιρίζει τέλεια την πλούσια και αυτάρεσκη Δυτική Ακτή, ενώ το "Paid Vacation" και το "Red Tape" αποτυπώνουν τέλεια την απέχθεια προς τη γραφειοκρατία, τον αμερικανικό συντηρητισμό, και τη βαρετή κανονικότητα μιας ζωής προκαθορισμένης. Ναι, οι Circle Jerks δεν κουβαλούσαν τα πολιτικά μανιφέστα των Dead Kennedys, ούτε τη στριφνή σοβαρότητα των Black Flag. Είχαν όμως φλέγμα, σαρκασμό, και προσωπικότητα, στοιχεία που επέτρεψαν στα τραγούδια τους να αγγίξουν μια ολόκληρη γενιά που βρήκε σε αυτούς το γκρουπ που ονειρευόταν.
Η αισθητική του δίσκου συνέβαλε εξίσου στην υστεροφημία του. Το εξώφυλλο, ντοκουμέντο ενός ολόκληρου underground πλανήτη, βασισμένο σε μια φωτογραφία του Ed Colver από μια βραδιά στο Marina del Rey skatepark μετά από μια συναυλία των Circle Jerks και των Adolescents, αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές εικόνες στην ιστορία της σκηνής, αφού σε αυτό βλέπουμε πολλές καθοριστικές φιγούρες για το punk και το hardcore της περιοχής. Ο μύθος μάλιστα λέει πως και ο Tony Hawk βρισκόταν εκείνο το βράδυ στο skatepark, αν και είχε φύγει λίγο πριν τραβηχτεί η φωτογραφία.
Αν λοιπόν συνυπολογίσουμε όλα αυτά, δεν είναι τυχαίο ότι το "Group Sex" απέκτησε μυθικές διαστάσεις αν και πρέπει να αναφέρουμε κι έναν τελευταίο παράγοντα. Το "The Decline of Western Civilization" της Penelope Spheeris, με όλα του τα καλά και τα κακά, και η παρουσία των Circle Jerks εκεί, χωρίς αμφιβολία, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο ώστε να διαδοθεί όλη αυτή η νέα κουλτούρα έξω από την California, με αποτέλεσμα ο δίσκος να γίνει το Ευαγγέλιο και το πρότυπο για εκατοντάδες νέους που έπιασαν όργανα, έφτιαξαν συγκροτήματα, και, στη συνέχεια, γέμισαν στάδια.
Συνολικά, η ίδια η πορεία του συγκροτήματος μοιάζει βγαλμένη από το χάος του hardcore. Οι Circle Jerks διαλύθηκαν και επανασυνδέθηκαν πολλές φορές από τα ‘80s μέχρι σήμερα, ενώ ο Greg Hetson πέρασε, παράλληλα, στους Bad Religion μέχρι την οριστική απόλυση του το 2014. Τελικά, το 2019 το γκρουπ ανακοίνωσε το reunion για τα 40 χρόνια του "Group Sex", κάτι που, τελικά, οδήγησε στην πλήρη επαναδραστηριοποίησή τους που θα τους φέρει για πρώτη και στην Αθήνα την Τετάρτη 17 Ιουνίου στο Gagarin 205, σε μια βραδιά που θα ακούσουμε τα περισσότερα κομμάτια του θρυλικού τους ντεμπούτου ζωντανά.
Ακούγοντάς το βέβαια κάποιος για πρώτη φορά σήμερα ίσως να βρει κάποια στοιχεία του πρώιμα ή, οριακά, και παιδαριώδη. Όμως, αν με ρωτάτε, αυτό είναι μέρος της γοητείας του. Το "Group Sex" είναι ένα στιγμιαίο ξέσπασμα νεανικής οργής, μια καταγραφή μιας στιγμής στο χρόνο που όρισε μία από τις πολλές εκδοχές του 1980. Ναι, στην ιστορία του punk υπάρχουν πιο καλοί, πιο έξυπνοι, πιο ώριμοι, και πιο σημαντικοί πολιτικά, δίσκοι. Αλλά ελάχιστοι αποτύπωσαν εξίσου καθαρά την ουσία του punk, του hardcore, και όλης αυτής της υπέροχης μουσικής που αγαπάμε. Γρήγορα, δυνατά, χωρίς να το σκεφτούν δεύτερη φορά, και χωρίς, ποτέ, μα ποτέ, να κοιτάξουν πίσω τους απολογητικά.
