Steven Wilson

Requiem For A Village

Fiction (2026)
Κυριακή στο Χωριό: O Steven Wilson παρουσιάζει μία παραγωγή του BBC
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Ο Steven Wilson αποτελεί οπωσδήποτε μία απ’ τις σημαντικότερες προσωπικότητες της progressive rock και metal κοινότητας, όσο κι αν μισο-αστεία μισο-σοβαρά κάνει πως δεν του αρέσει. Το σερί των δίσκων απ’ το “Insurgentes” (2008) ως το “Hand.Cannot.Erase.” (2015) δύσκολα εκθρονίζεται από κάποιο σύγχρονό του, σε σημείο που κι ο ίδιος εδώ και μία δεκαετία δυσκολεύεται να αγγίξει τα ίδια επίπεδα ποιότητας, με προσωπική εξαίρεση το “The Overview” (2025). Αν κάτι έμενε σταθερό, όμως, σ’ όλη τη διάρκεια της solo πορείας του, είναι η διάθεσή του να δοκιμάζει νέα πράγματα με διαφορετικούς συνεργάτες, είτε ήταν η jazz (said in ‘70s prog rock context), είτε ήταν η ηλεκτρονική μουσική και η trip hop, είτε ήταν η αμετροεπής λατρεία του στην art pop του Peter Gabriel, της Kate Bush, και των Tears for Fears.

Το “Requiem for a Village” δεν αποτελεί εξαίρεση στον πειραματισμό. Οι αναφορές που έκανε ο ίδιος ο Wilson ήταν πάρα πολλές, ιλιγγιωδώς πολλές: κινηματογράφος (“Requiem for a Village”, “The Wicker Man”), ποίηση (“Under Milk Wood”), τηλεοπτικά προγράμματα, και obscure συγκροτήματα του προηγούμενου αιώνα (Comus, Incredible String Band, Third Ear Band) απάρτιζαν ένα scrapbook ιδεών για το concept του δίσκου, με τον τρόπο που γίνεται συνήθως στην προετοιμασία ταινιών. Πράγματι, σε μία πρόσφατη συνέντευξή του ο Wilson παραδέχεται ότι αυτό που θα ήθελε να κάνει αλλά ποτέ δεν του ζητήθηκε, ήταν ένα soundtrack, και το τελευταίο του άλμπουμ είναι όσο πιο κοντά έχει φτάσει ποτέ σε κάτι τέτοιο με επίσημη κυκλοφορία του. Το πρόβλημα ξεκινάει κάπου εδώ: το “Requiem for a Village” είναι ένας δίσκος λεπτοδουλεμένος ως προς το concept του, που όμως πάσχει ως ενιαίο μουσικό έργο.

Είναι παράδοξο πώς ένας δίσκος με τόση πολλή πληροφορία δίνει την εντύπωση ότι εν τέλει δεν προλαβαίνει να συμβαίνει τίποτα. Ο τόνος μπαίνει με το “Swirl In a Larks Eye”, όπου δύο ηχητικά εφέ, μία παιδική χορωδία, ένα μικροτονικό μοτίβο, κάτι tribal κρουστά και ένας αφηγητής μπαίνουν σ’ ένα μπαρ, ανοίγουν το παράθυρο, βγαίνουν, και χάνονται πριν καταλάβουμε τι συνέβη. Αυτή η διάσπαρτη λογική διέπει όλο το δίσκο, όμως αντί να μένει ένας εκλεκτικισμός, προκύπτει ένα ασύνδετο κολλάζ, όχι πολύ διαφορετικά απ’ το τελευταίο Opeth, δηλαδή, που επίσης έπασχε από θέματα ρυθμού και συνοχής.

Για παράδειγμα, στο “On Chapel Slope”, ένα φανταστικό κιθαριστικό μοτίβο που χρωστάει τα πάντα στους Talk Talk στέκει αυτάρεσκο χωρίς να καταλήγει πουθενά (είναι, επίσης, απορίας άξιο γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε η εκδοχή με την Kathrine Priddy στο μικρόφωνο). Το “Hiraeth” είναι εκνευριστικό, αφού παίρνει κάποιες απ’ τις όμορφα πειραγμένες μελωδίες του Wilson και τις αφήνει έκθετες άνευ context. Το ίδιο και το “Cursus Fingerprints”, το μοναδικό ίσως κομμάτι που θυμίζει τόσο έντονα τη δουλειά του Wilson στο αριστούργημα των Storm Corrosion, όπου στριμώχνονται σε λιγότερο από τρία λεπτά οι ιδέες για ένα ονειρικό μακροσκελές έπος. Αντίστοιχα, το “Basket Full of Bees” φιλοδοξεί να μιμηθεί τη μεγαλοπρέπεια των τραγουδιών του “Raven That Refused to Sing” (2013), χωρίς να θέλει να κοπιάσει για να διανύσει όλη την απόσταση.

Όπου τα τραγούδια δεν θυμίζουν σκαριφήματα, η παραγωγή δεν ακούγεται απροσδόκητα λεπτή και αβαρής (όπως για μεγάλο μέρος στο “Now Departing” πριν ξεφαντώσει), ή δεν πετάγεται ένα αμήχανο falsetto, υπάρχουν άλλα ζητήματα που δεν αφήνουν ούτε το δίσκο ν’ αγιάσει, ούτε εμάς. Αρχικά, είναι ο πρώτος δίσκος του Wilson με τόσο αναξιοποίητη συμμετοχή μουσικών. Ο κιθαρίστας και πολυοργανίστας Randy McStine είναι ο πιο στενός του συνεργάτης αυτή τη φορά και κουβαλάει μεγάλο μερίδιο για το τελικό αποτέλεσμα, ενώ ο ντράμερ Russel Holzman, παίζει στα τέσσερα κομμάτια με πιο απαιτητικά κρουστά μέρη. Αμφότεροι αφήνουν κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες πινελιές, είτε πρόκειται για κάποιο ξέφρενο solo (βλ. για παράδειγμα το “Wheel”), είτε για τα EDM drums στο ομότιτλο. Ωστόσο, είτε δεν έχουν πολλά παραπάνω να προσφέρουν δημιουργικά, είτε ο Wilson αποφάσισε ότι δεν ήθελε να εκμεταλλευτεί παραπάνω τις καλλιτεχνικές τους δυνατότητες, κι αν κρίνω απ’ τη δουλειά τους στο “The Overview”, ποντάρω στο δεύτερο.

Έπειτα, αναρωτιόμουν γιατί ένιωθα διαρκώς ότι άκουγα τον Σκρουτζ Μακ Ντακ να με ξεναγεί στα Ζοφερά Βάθη, μέχρι που κατάλαβα ότι την αφήγηση κάνει ο ηθοποιός David Tennant, γνωστός και ως δέκατος Dr. Who αλλά και ως… Σκρουτζ Μακ Ντακ στο reboot των Ducktales. Η αφήγηση παρεμβάλλεται στα κομμάτια, καμιά φορά καταστρέφοντας το momentum (βλ. “Murmurations”), και με κάνει να σκέφτομαι ότι με βγάζει απ’ την ατμόσφαιρα, παρά με εισάγει σ’ αυτήν.

Με πολύ μέλι, και από τηγανίτα λίγα πράγματα, λοιπόν, το “Requiem for a Village” είναι ένας δίσκος που υπαινίσσεται πολλά περισσότερα απ’ όσα δίνει.  Ναι, είναι καινοτόμο, ναι, έχει ενδιαφέρον, και ναι που να πάρει, ακούγεται όμορφο! Μπορώ ακόμη και να εκτιμήσω το αντι-ΑΙ αίσθημα που πόνταρε στην ατέλεια.. Καταλήγει, όμως, στο τέλος ομφαλοσκοπικό και αυτοαναφορικό, ώστε εμείς ως κοινό να μην συμμετέχουμε επαρκώς στο όραμα του Wilson, κι αυτό είναι ίσως η πιο εξοργιστική μορφή ματαίωσης, μία κλασική περίπτωση “what if”: διακρίνω τις αρετές και την έμπνευση πίσω απ’ το έργο, όμως δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι πώς θα ακουγόταν αν αφιέρωνε παραπάνω χρόνο στην δημιουργία του, να μεστώσουν οι ιδέες, να κατασταλάξουν οι μελωδίες, και τα κομμάτια να αποκτήσουν όγκο. Και τα what ifs, πονάνε περισσότερο απ’ οποιαδήποτε κατάφορη αποτυχία. 

Υ.Γ.: Από τα bonus tracks, αξίζει να ακούσετε το “Steeple Song” αν σας έλειψε κάτι στο ύφος του “Lightbulb Sun”, ενώ το “Requiem for a Village – The Original OST” όχι μόνο επιβεβαιώνει την εντύπωσή μου ότι ο Wilson ονειρεύεται να ντύσει μουσικά κάποιο φιλμ, αλλά είναι και 17 λεπτά απόλυτης ομορφιάς, που θα ταίριαζαν άνετα στον μοναδικό – προς ώρας – δίσκο των Storm Corrosion. 

  • SHARE
  • TWEET