Από την πιο συγκινητική μελωδία έως τον πιο ενοχλητικό θόρυβο, πιστεύει βαθύτατα στην θεραπευτική ιδιότητα της μουσικής ως βιωμένη εμπειρία. Έχει αφιερώσει όλο τον ελεύθερο της χρόνο στο να ανακαλύπτει...
Netherwilds
Peasant Rising
Μεσαιωνικό hardcore με ταξική συνείδηση; O tempora, o mores!
Δεν είναι καθόλου εύκολο την τρέχουσα εποχή, να συναντήσεις έναν ήχο πρωτόγνωρο, κάτι που να μη σου θυμίζει τίποτε άλλο που έχει δημιουργηθεί προηγουμένως με την παρούσα μορφή του. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η καλλιτεχνική αναζήτηση προς το ρηξικέλευθο, παράγει αποτελέσματα αμφιλεγόμενα, κυρίως όταν ο στόχος είναι μόνο πρωτοτυπία και όχι τελικά η καλαισθησία - τουλάχιστον πάντα στο δοθέν πλαίσιο, δεν συνηθίζουμε σε αυτή τη γωνιά του διαδικτύου άλλωστε να ασχολούμαστε αποκλειστικά με συμβατικά όμορφα δημιουργήματα.
Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξή μου όταν έπεσα πάνω σε ένα τραγούδι που στην αρχή νόμιζα ότι ήταν απλά το "Aerials" των System Of A Down (λόγω της εισαγωγής του), αλλά τελικά προχωρώντας, μεταμορφώθηκε σε κάτι άλλο… Το "Dungeon Song" των Netherwilds, πρόκειται για ένα κράμα blackened hardcore με επικές metal προεκτάσεις και… μεσαιωνικά λαούτα. Εντελώς σαχλό θα πεις διαβάζοντας αυτές τις λέξεις στη σειρά, μα κάτι μέσα σε όλο αυτό δουλεύει άψογα. «Ειρωνικό θα είναι», λες. Κι όμως προσέχοντας περισσότερο τους στίχους, ένα "my mind is a fortress, a fortress of solitude" ηχεί, και συνειδητοποιείς πως τα πράγματα δεν είναι τόσο εντελώς τυχαία όσο θέλουν να μοιάσουν.
Τρίβεις λίγο τα μάτια και κοιτάς καλύτερα. Αρχικά, το εξώφυλλο του "Peasant Rising" που φιλοξενεί το κομμάτι. Πρόκειται για μια παρωδία του δημοφιλούς πίνακα "American Gothic", αλλά αντί για το γνωστό ζευγάρι, βλέπουμε έναν άντρα και μια κατσίκα. Η θεματολογία επιστρέφει στη βλακεία. Μα ο τίτλος αυτοαναιρείται. Ένας πληβείος εξεγείρεται. Τι συμβαίνει λοιπόν τελικά μέσα στην πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά των Netherwilds;
Με το "Peasant Rising" να απολαμβάνει δυσανάλογα πολύ χρόνο στα ηχεία, η αναζήτηση περισσότερων πληροφοριών για το ποιος είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, Worm Chewer, ήταν λογική κι επόμενη. Πίσω λοιπόν από όλο αυτό το χωροχρονικό παράδοξο, βρίσκεται ο Dave Monks των προσφάτων διαλυθέντων Tokyo Police Club, ο οποίος άρχισε να πειραματίζεται με την περσόνα του Worm Chewer στα social media πριν δύο χρόνια. Ο κύριος Worm Chewer, είναι ένας κακομοίρης βρωμερός αγρότης, που μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει καλλιεργεί το ψωμί του και απολαμβάνει περιστασιακά το τραγούδι και τη μπύρα μαζί με το υπόλοιπο προλεταριάτο της εποχής. Όταν όμως ένα από τα κυρίαρχα μέσα επιβίωσής του, η κατσίκα του, πέφτει θύμα κλοπής, με προφανή κι ενστικτώδη αυτοσκοπό τη συντήρηση, ο Worm Chewer ξεκινά ένα ταξίδι επανένωσης με τη συντροφιά και συνέταιρό του.
Φυσικά, κάποια video clips με την απαραίτητη αισθητική «Game of thrones των φτωχών» είχαν ήδη προπορευθεί της μουσικής: το "Return The Goat" εμφυσά όλη την κεντρική περιπέτεια, το "Helm Yeah" μας φέρνει στο τοπικό κουτούκι (όπου η custom αφίσα της χαμένης κατσίκας στο video clip, με το πορτρέτο της να αναπαρίσταται από το εξώφυλλο του πρώτου Bathory, με έκανε να φτύσω καφέ) και μας δείχνει πως τα σπάνε ο Worm Chewer και το φάμιλυ, Οι φαινομενικά αστείες όμως αποσπασματικές ιστορίες σηματοδοτούν κάτι εντελώς διαφορετικό στα πλαίσια ενός καλοδουλεμένου concept δίσκου. Με δομή που θυμίζει το κλασσικό πλέον "Nightfall In The Middle Earth" των Blind Guardian, τα βασικά κομμάτια εναλλάσσονται με σύντομους θεατρικούς διαλόγους που προχωρούν την πλοκή – ένα στοιχείο που συχνά διχάζει τους ακροατές, δεν φαίνεται ποτέ άλλωστε να συμφωνούν απόλυτα στο αν τους αρέσουν τέτοιες παρουσίες σε concept δίσκους.
Μπαίνοντας βαθύτερα στις ιστορίες του "Peasant Risind", που ακολουθούν ημι-γραμμική αφήγηση, αρχίζουμε να διακρίνουμε διάφορους πολύχρωμους χαρακτήρες που παλεύει ο καθένας με τους δικούς του αγώνες. Οι άρχοντες επιδίδονται στο να προσφέρουν κάθε είδους αδικία στον ήδη κατατρεγμένο και άπορο λαό. Στο "Ballad Of Sir Gregory" το σχήμα πραγματεύεται εάν τελικά έχει καμιά ουσιαστική διαφορά από τους προύχοντες, ενώ τελικά, αφότου ο Worm Chewer έχει πάθει όλα τα κακά του κόσμου, του πολιορκούν την παράγκα στο "Siege Proof Hovel" και τον πετάνε στο μπουντρούμι… επειδή ήταν εγκληματικά φτωχός. Ένα άγιο χέρι τον διασώζει όμως, προσφέροντας κάπου εκεί και το ανεπαίσθητο μα υπαρκτό μεταφυσικό στοιχείο, και στο καλύτερο κομμάτι του δίσκου, το "The Fall", ο πρωταγωνιστής μας αρχίζει να καταλαβαίνει πως η ταξική καταπίεση και όχι η φτώχεια αποτελεί την πηγή της μιζέριας του και πως όταν δεν μπορείς μόνος, μπορείς μαζί. Σε ένα εκπληκτικά γραμμένο χορωδιακό pre-refrain, η ουσία είναι απλή:
"All my friends are thieves and witches
And all my friends may find the hangman's rope
But you're never gonna stop the fall
Never stop that which cannot be contained
We were born like thorns on a thistle
And all that's left to do is watch you choke
But you're never gonna stop the fall
Never stop that which cannot be contained"
Φυσικά, τέτοιες συνειδητοποιήσεις, ιστορικά πάντα μοιάζουν να απαντώνται από την εξουσία με τον ίδιο γνωστό τρόπο. Στο "Heretic" η άρχουσα τάξη κατηγορεί τους εξεγερμένους για βλασφημία, χρησιμοποιώντας τον πάντα διαθέσιμο αποδιοπομπαίο τράγο της θρησκείας για να γλιτώσουν τα τομάρια τους από την κοινωνική κατακραυγή. Με όλες τις απαίσιες περιπέτειες που περνά ως τώρα ο Worm Chewer, τελικά την κατσίκα του ακόμη δεν την ήβρε, και ο δίσκος κλείνει με αυτό το πάγιο αίτημα – αλλάζοντας εντελώς τη βαθύτητα του "Return The Goat" σε σχέση με το αν το ακούσεις μόνο του. Ένα αίτημα που δεν ικανοποιείται, αφήνοντας μας να διψάμε για τη συνέχεια: Θα βρει ο Worm Chewer ποτέ την κατσίκα του; Θε ξεσπάσει επανάσταση στα ανώνυμα κι ανόσια τούτα καταραμένα μέρη; Ελπίζουμε να μάθουμε σύντομα μαζί τους.
Όλη αυτή η τρελή ιστορία, που παρά την ειρωνεία της παραλληλίζεται άμεσα με πολλές ιστορικές περιόδους και δυστυχώς, βρίσκεται σε απόλυτη συνάφεια με το σήμερα, γιατί μπορεί να μην κολυμπάμε στα σκατά και τις λάσπες του χωραφιού, αλλά το κάνουμε σε αυτά τα μεταφορικά του διαδικτύου. Πανέξυπνα και με μια φρέσκια πνοή, οι Netherwilds δράττουν την ευκαιρία της hardcore δημοτικότητας, την μπλέκουν με την παράδοση μέσω ενός οργανοπαιχντικού συνδυασμού που κανείς πρότινος δεν τόλμησε, γράφουν ριφάρες, ξεσκεπάζουν τη γραφικότητα του metal και χρησιμοποιούν όλο το ζουμί του υπέρ τους. Στο αμφίρροπο πείραμα του να πεις μια σοβαρή ιστορία υιοθετώντας το ρόλο του αυλικού γελωτοποιού, οι Netherwilds βγαίνουν νικητές.
Ξεσκεπάζουν επίσης, για το τέλος, κάτι ακόμη. Δεν είναι τυχαίο πως τόσο οι Netherwilds μόλις τώρα, οι οποίοι φορτσάρουν επικίνδυνα στα views τους ξεπερνώντας σε περιπτώσεις το μισό εκατομμύριο, όσο και άλλα χιουμοριστικά σχήματα πριν από αυτούς βρίσκονται σε μια περίοδο μεγάλης ακμής, κάπως σαν τους Monty Python της εποχής και της κοινότητάς μας. Από τους Gutalax και τους Party Cannon μέχρι τους Electric Callboy και τους Steel Panther, το χιούμορ κυριεύει τα τελευταία χρόνια τα πιο «σκληρά» metal festival αλλά και τις πιο μεγάλες αρένες αυτών. Ίσως, αυτό να φανερώνει τη μεγάλη μας ανάγκη να σπάσουμε λίγη πλάκα και να περάσουμε καλά, μην ξεχνώντας όμως πως η μουσική που μας ενώνει ήρθε και πάντα θα έρχεται από τα κάτω, γράφοντας ακόμη και μέσα από την αστεία εκδοχή της της ανυπόφορες αλήθειες της. "Take me not for some fool" λοιπόν κι εμπιστευθείτε με πως εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν από τους πιο διασκεδαστικούς και συνάμα σοβαρούς χωρίς να παίρνουν σοβαρά τον εαυτό τους, δίσκους της χρονιάς.
