Hammok

When Does This Place Become Our Scene

Sargent House (2026)
Από τον Θεοδόση Γενιτσαρίδη, 10/06/2026
Θόρυβος, ένταση και η ανάγκη να ανήκεις κάπου
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Οι Hammok δεν είναι από τις μπάντες που σε κερδίζουν με την πρώτη νότα επειδή σου προσφέρουν κάτι εύκολο ή οικείο. Το αντίθετο. Το νορβηγικό τρίο χτίζει τον ήχο του πάνω στην ένταση, την ακαταστασία και μια διαρκή αίσθηση ότι τα τραγούδια του βρίσκονται ένα βήμα πριν την κατάρρευση. Στο δεύτερο άλμπουμ τους, "When Does This Place Become Our Scene", μετατρέπουν αυτό το χάος σε βασικό δημιουργικό εργαλείο και παραδίδουν έναν δίσκο που ακούγεται ταυτόχρονα φιλόδοξος, ανήσυχος και εντελώς απρόβλεπτος. Μπορεί και όχι.

Το άλμπουμ γεννήθηκε σε μια περίοδο πειραματισμών και αναζήτησης. Με αφορμή τις περιοδείες τους στην Ευρώπη και τις σχέσεις που ανέπτυξαν μέσα στη hardcore κοινότητα, οι Hammok επιχειρούν να αποτυπώσουν την ανάγκη για σύνδεση και συμμετοχή σε κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους. Δεν είναι τυχαίο ότι το εναρκτήριο "The Scene" λειτουργεί σχεδόν ως δήλωση προθέσεων. Με καταιγιστικούς ρυθμούς, παραμορφωμένες κιθάρες και φωνητικά γεμάτα εφέ που μοιάζουν να ξεπηδούν μέσα από τη δίνη, βάζει εξαρχής τον ακροατή στο κέντρο του κυκλώνα. Πιάνεις το νόημα με την μία ρε.

Από εκεί και πέρα, οι Hammok αρνούνται πεισματικά να επαναπαυθούν. Το "Semi-Automatic Machines" και το "BANG" ξεσπούν με μια παράλογη ενέργεια που θυμίζει ζώο εγκλωβισμένο σε κλειστό δωμάτιο χωρίς έξοδο.Τα riffs διαδέχονται το ένα το άλλο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, οι ρυθμικές αλλαγές είναι συνεχείς και η παραγωγή φροντίζει να αναδεικνύει κάθε στρώμα θορύβου χωρίς να χάνει τη βίαιη αμεσότητά του. Ταυτόχρονα κρύβουν και μια indie μελωδία κάπου στα τραγουδια τους, που για μένα τους κάνει ξεχωριστούς.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της φιλοσοφίας τους είναι το αλλόκοτο "Blast Off (Blast Off) Blast Off", ένα κομμάτι που αρχικά μοιάζει να διαλύεται πριν τελικά βρει τρόπο να σταθεί όρθιο. Οι A Place To Bury Strangers συνάντησαν τους Daughters και τους παλιούς Genghis Tron. Αυτή η συνεχής ισορροπία ανάμεσα στον έλεγχο και την αποσύνθεση αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο τους βέβαια.

Από την άλλη, η ίδια αυτή υπερκινητικότητα λειτουργεί κάποιες φορές εις βάρος του συνόλου. Υπάρχουν στιγμές όπου η αδιάκοπη ένταση κουράζει, ενώ συνθέσεις όπως το "Groundbreaker" δείχνουν ότι οι Hammok δεν έχουν ακόμη βρει πάντα τον ιδανικό τρόπο να διαχειρίζονται τις μεγαλύτερες διάρκειες. Παράλληλα, όταν επιχειρούν να χαμηλώσουν τους τόνους, όπως στο "Tap Water", αποκαλύπτονται ορισμένες αδυναμίες στη σύνθεση που δεν είναι τόσο εμφανείς μέσα στον θόρυβο και την ταχύτητα. E όχι, δεν είναι ωραίο με το στανιό. Δεν τους πάει αυτός ο ήχος.

Παρόλα αυτά ο δίσκος είναι γεμάτος προσωπικότητα. Οι Hammok δεν ενδιαφέρονται να γράψουν το επόμενο εύκολο hardcore άλμπουμ ξαναλέω, αλλά να διευρύνουν τα όρια του ήχου τους, ενσωματώνοντας noise-rock, punk, metal και πιο πειραματικά στοιχεία σε ένα ενιαίο σύνολο. Το αποτέλεσμα δεν είναι πάντοτε ισορροπημένο, όμως είναι σχεδόν πάντα συναρπαστικό. Και αυτό, τελικά, έχει μεγαλύτερη σημασία.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET