Χαμένος ανάμεσα σε όρια και συναρτήσεις αναζητά το σταθερό του σημείο στη μουσική που ακούει. Θαυμαστής μοναχά της μελωδίας, αδιαφορεί μεν για το είδος του πλαισίου που την παρέχει, όχι όμως και για...
Insomnium
Netherworlds
Έχει καταντήσει κουραστικό, κάθε φορά που βγάζουν δίσκο οι Insomnium να ‘ναι το καλύτερο melodeath της χρονιάς
Οι Insomnium είναι η κορυφή του melodic death τα τελευταία είκοσι χρόνια. Δεν υπάρχει ούτε ένας δίσκος τους από το "Above The Weeping World" και δώθε που θα μπορούσε να λείψει οποιασδήποτε λίστας με τα καλύτερα του ήχου. Το δε "Winter’s Gate" είναι, χωρίς καμία σοβαρή αμφιβολία, το κορυφαίο άλμπουμ του χώρου στη σύγχρονη εποχή του.
Μια τριετία λοιπόν και κάτι μετά το πολύ καλό "Anno 1696", έρχονται με το καινούργιο τους άλμπουμ, "Netherworlds", να μας δώσουν άλλο ένα πενηντάλεπτο ατόφιας Φινλανδικής μελαγχολίας σε melodeath φόρμες. Θεωρητικά δεν αγχώνεσαι, Insomnium είναι, αν υπάρχει σιγουράκι στο χώρο, είναι ότι κάθε φορά που βγάζουν τούτοι δίσκο θα παίξει ενθουσιασμός. Θεματικά, ότι περιμένεις. Σκοτεινό, με στίχους και ατμόσφαιρα στο κλίμα που μας έχουν συνηθίσει.
Μπαίνοντας, η εισαγωγή είναι κάτι που δεν έχουν ξανακάνει οι Insomnium. Το "The Cold Song" αποτελεί διασκευή του ομώνυμου μέρους του "King Arthur" από τον Henry Purcell. Μια παγωμένη είσοδος στον κόσμο του "Netherworlds" που θέτει γρήγορα το σκηνικό χωρίς να ακούγεται περιττό δίλεπτο. Τα δύο πρώτα κομμάτια κινούνται σε mid/up-tempo μελωδικές φόρμες κρατώντας τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον ήχο της μπάντας αναλλοίωτα. Κολλητικά lead, ρεφρέν που απογειώνουν τις συνθέσεις και riff που ισορροπούν ανάμεσα στο σουηδικό και το φινλανδικό ύφος. Όλα σωστά, όλα αναμενόμενα.
Τώρα γιατί μου το κάνεις αυτό, ακούω να λες. Πετάς εκεί ένα αναμενόμενα και μας τη σπας χωρίς λόγο. Είναι όμως πραγματικά χωρίς λόγο; Στο αυτί που παρακολουθεί κάπως επιφανειακά τον ήχο, οι Insomnium, είχαν πάντα σταθερά υλικά και πατέντες που δεν άλλαζαν. Η αλήθεια είναι όμως ότι κάθε φορά, σε κάθε διαφορετική τους φάση, παρουσίαζαν και μια νέα ματιά στις προοπτικές του υλικού που έγραφαν, εντάσσοντάς το σε διαφορετικό πλαίσιο. Στα "One For Sorrow" και "Shadows Of The Dying Sun" έβαλαν περισσότερη μελωδία, post και ατμοσφαιρικά σημεία, που έδωσαν τον απαραίτητο χώρο στα διπλά φωνητικά και τις κιθάρες να αναπνεύσουν σχηματίζοντας έτσι τη ραχοκοκαλιά της ταυτότητάς τους. Στο "Winter's Gate" ρίσκαραν, σε δομή και προσέγγιση, φτιάχνοντας τελικά ένα αριστούργημα, κι αν στο "Heart Like A Grave" κινήθηκαν πιο σίγουρα και safe εστιάζοντας στις ίδιες τις συνθέσεις, στο "Anno 1696" πήγαν σκοτεινότερα γράφοντας κι άλλες καινούργιες σελίδες στο βιβλίο τους.
Ε, από το πρώτο ζευγάρι κανονικών κομματιών του δίσκου δεν παίρνουμε κάτι καινούργιο, κάτι που να απαιτεί να εστιάσουμε περισσότερο για να το αποκωδικοποιήσουμε. Θα μπορούσαν, χωρίς πρόβλημα, να βρίσκονται σε οποιαδήποτε δουλειά τους από το πρώτο μισό της προηγούμενης δεκαετίας. Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι μιλάμε για κακά κομμάτια. Ούτε καν μέτρια, κομματάρες είναι.
Στο "The Hour Grows Late" η συμμετοχή του Joutsen και των Amorphis στήνουν μια συνεργασία που ακούγεται όσο πιο φυσική κι αβίαστη γίνεται. Η κοινή τους περιοδεία που ανακοινώθηκε για τους επόμενους μήνες (μαζί με Unto Others μάλιστα) παίζει για βραβείο ματσαρίσματος της χρονιάς.
Αν υπάρχει στοιχείο λοιπόν που δείχνει μια τόση δα διαφοροποίηση στις συνθέσεις σε σχέση με το παρελθόν, είναι στην αύξηση των πιο Amorphis, μελωδικών και κάπως folk σημείων. Ίσως και με λίγο πιο gothic προσέγγιση. Αυτή γίνεται εντονότερη στα "Gleam In The Black", "The Hour Grows Late", το πιο Sentenced "Arch Of The Sky" και το "Ethereal Sleep", που θα παραδεχτώ ότι έφερε λίγο στο μυαλό μου τους προπέρσινους Iotunn. Είναι μεγάλη η διαφοροποίηση αυτή; Ούτε καν! Δεν είναι πραγματικά καινούργια αυτά τα στοιχεία, μόνο το μείγμα και η αίσθηση που αφήνουν έχει λίγο στρέψει.
Οι επιθετικές γραμμές, με τα σουηδικά ντούπα ντούπα και τα riff βγαλμένα από το πρώτο κύμα του ήχου, που εμφανίζονται στο "The Banished", είναι πολύ καλοδεχούμενα και ίσως να ήμουν πιο χαρούμενος αν ήταν και περισσότερα. Θεωρώ ότι το συγκεκριμένο τραγούδι αντιπροσωπεύει μια σημαντική πλευρά της μουσικής ταυτότητας των Insomnium στην οποία μάλιστα όποτε επενδύουν λίγο παραπάνω, ενταγμένη κάθε φορά σε ένα καινούργιο πλαίσιο ροής, ανεβάζει το επίπεδο της δουλειάς τους.
Διάσπαρτα στο άλμπουμ υπάρχουν σημεία που παραπέμπουν σε όλες τις βασικές επιρροές των Insomnium. Από Dark Tranquility και In Flames μέχρι Sentenced και Amorphis. Υπάρχει μάλιστα και μια εισαγωγική μελωδία που στην πρώτη ακρόαση σκέφτηκα «Bullet For My Valentine;», αλλά προφανώς όχι. Αυτό που σίγουρα ξεχωρίζει όμως - γενικά στην πορεία των Φινλανδών - εκτός από τη σταθερότητα στα ποιοτικά στάνταρ και την αναγνωρίσιμη μουσική τους ταυτότητα, είναι το πόσο βελτιωμένα ακούγονται κάθε φορά τα καθαρά φωνητικά του Ville Friman. Με κάθε νέο δίσκο είναι εμφανές ότι δουλεύει ανοίγωντας τις ικανότητες και το εύρος του. Εύγε και μακάρι να το πήγαιναν κι άλλοι τραγουδιστές του χώρου έτσι.
Τελική ετυμηγορία; Το "Netherworlds" είναι ένα ακόμα Insomnium άλμπουμ. Ως τέτοιο είναι καθαρά το καλύτερο melodeath που κυκλοφόρησε φέτος! Για άλλη μια φορά. Αυτό όμως το ξέραμε από πριν, μη κοροϊδευόμαστε. Από την άλλη, στον εσωτερικό ανταγωνισμό της δισκογραφίας τους δεν ξεχωριζει. Δεν πλησιάζει τις κορυφές τους και δεν φέρνει κάτι ουσιαστικά καινούργιο. Οπότε ναι μεν, αλλά.
