Graveyard

Fever

Nuclear Blast Records (2026)
Από τον Θωμά Σαρακίντση, 02/10/2026
Οι Σουηδοί επιστρέφουν στα «σκληρά» - κι εμείς μαζί τους αναφανδόν, για έβδομη φορά
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Από το πρώτο τους δίσκο και πέρα, οι Σουηδοί rock μάστορες Graveyard ουδέποτε υπήρξαν ένα ακόμη σχήμα που αναζήτησε καταφύγιο στη θαλπωρή του παρελθόντος, ανασυνθέτοντας με ευλάβεια σκονισμένο -δια των Fleetwood Mc- Peter Green-ικό blues, hard rock, Blue Cheer, Cream, Pentagram και Sabbath· αντιθέτως, κατόρθωσαν να εμποτίσουν τους παλαιούς τρόπους με ένα απολύτως δικό τους ίζημα, όπου οι heavy rock βαρυτικές έλξεις, η blues μελαγχολία, η Σκανδιναβική υποτονικότητα, το soul αίσθημα και η τραχιά, πετρελαιοκίνητη φωνή του Joakim Nilsson συνέκλιναν σε τραγούδια διαρκώς στοιχειωμένα από φθορά, απώλεια, ψυχική πίεση, καταχρήσεις, εσωτερικές ρωγμές και αυτοκαταστροφή - η οποία γειτνίαζε με την ανάγκη για λύτρωση. Η ιστορία τους, άλλωστε, δεν υπήρξε ποτέ ανέφελη: αποχωρήσεις, προσωπικά αδιέξοδα, εξαρτήσεις, προσωρινή διάλυση και περίοδοι δημιουργικής εξάντλησης άφησαν το αποτύπωμά τους, εμμέσως και συχνά υποδόρια, και στη στιχουργική τους φυσιογνωμία, πέραν της παρουσίας τους καθεαυτής. Κι αν το 6 υπήρξε ο εσωστρεφής, βραδυφλεγής καθρέφτης αυτής της κόπωσης, το "Fever" μοιάζει να γεννιέται ως η αντίστροφη χειρονομία: μία ενστικτώδης άρνηση ενδοσκόπησης και μια βίαιη επαναφορά στο riff, στην ενέργεια, στο groove και στην πρωτογενή χαρά του παιξίματος. Με τον Truls Mörck να αναζητεί συνειδητά τη σπίθα του παλιού μπασίστα Rikard Edlund, δηλαδή ένα στοιχείο που ανήκει στον ίδιο τον γενετικό κώδικα των Graveyard, και με τη μπάντα να διακηρύσσει πως δεν έχει πλέον χρόνο για υπερανάλυση, κατάθλιψη και άγονη αναμονή, το "Fever" δεν προδιαγράφεται τόσο ως επιστροφή στις ρίζες όσο ως προσπάθεια να ανακτηθεί η αρχική τους ορμή χωρίς να αναπαραχθεί το τίμημα που κάποτε τη συνόδευε.

Ο ίδιος ο τίτλος του "Fever" βρίσκει στο εξώφυλλο μία τρόπον τινά παραληρηματική εικαστική απόδοση: στο κέντρο του, μία απειλητική, αρχέγονη μορφή μοιάζει να καίγεται εκ των έσω, με τα πυρακτωμένα μάτια και το χάσκον στόμα της να μετατρέπονται σε εστίες μιας ανεξέλεγκτης θερμότητας, ενώ γύρω της πλανητικά σώματα, φωτεινές τροχιές και αποσπασμένα αντικείμενα αιωρούνται μέσα σε ένα σύμπαν που έχει απωλέσει κάθε αίσθηση σταθερότητας. Ανάμεσά τους, το ρολόι, το μπουκάλι και το όπλο επιτρέπουν συνειρμούς με τον χρόνο που εξαντλείται, την κατάχρηση και την αυτοφθορά. Υπ’ αυτή την έννοια, ο "πυρετός" δεν ερμηνεύεται απλώς ως την έξαψη της επιστροφής των Graveyard· είναι μια κατάσταση υπερθέρμανσης, όπου το παλαιό σκοτεινό φορτίο του σχήματος δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά έχει μετατραπεί από ακινητοποιητικό βάρος σε κινητήρια δύναμη.

Το "Fever" δεν χάνει χρόνο σε προοιμιακές υποτονικότητες. Ήδη από το εναρκτήριο "Back from the Grave", οι Graveyard καθιστούν σαφές ότι το υπό παρουσίαση έβδομο πόνημά τους δεν προτίθεται να βαδίσει στις χαμηλόφωνες, εσωστρεφείς ατραπούς του προκατόχου του. Ο ήχος εμφανίζεται εμφανώς και αισθητώς πιο ρυπαρός, ακατέργαστος και σκληροτράχηλος, με μια παχιά επίστρωση κιθαριστικής παραμόρφωσης και με το rhythm section να υποβαστάζει το κομμάτι ως στιβαρός κινητήριος άξονας, προσδίδοντάς του νεύρο και κίνηση. Πρόκειται, όμως, για σκληρότητα βαθύτατα rock· για εκείνη την παλαιά, ιδρωμένη και ενστικτώδη μορφή του hard rock και του rock ’n’ roll εν γένει ήχου. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Nilsson ακούγεται περισσότερο γδαρμένος και βλοσυρός από όσο τον συναντήσαμε στο προηγηθέν album αφήνοντας τη φωνή του να τραχύνει. Έτσι, το εν λόγω κομμάτι δεν διακηρύσσει την επιστροφή μόνο μέσω του τίτλου του· την ενσαρκώνει ηχητικά, σαν το συγκρότημα να αναδύεται από μια περίοδο νωθρότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, το "Back from the Grave" αποκτά χαρακτήρα μικρού μανιφέστου αναγέννησης: οι Graveyard αναδύονται από την ενδοστρέφεια του προηγούμενου δίσκου -όχι ακριβώς εξαγνισμένοι- αλλά ακόμη λερωμένοι από το χώμα της εκταφής - και ακριβώς γι’ αυτό περισσότερο ζωντανοί.

Το "A Better Cut (Note to Self)" (μοιάζει απολύτως συμφυής με το είναι τους ακόμη κι ο τίτλος του, μία σύζευξη αυτοσαρκασμού, εσωτερικού μονολόγου και μίας ελαφρώς αυτοτραυματικής σημειολογίας) συγκαταλέγεται σ’ ένα από τα δυνατά χαρτιά του δίσκου. Το κεντρικό του riff ανακαλεί Witchcraft δια του βαρέος, χωμάτινού του riff φέρνοντας στη μνήμη το "Hey Doctor"· περισσότερο πρόκειται για μια κοινή γλώσσα, για εκείνο το γκρίζο σημείο όπου το blues και το proto-heavy/doom rock συναντώνται σε λίγες, φαινομενικά απλές νότες. Ακριβώς γι’ αυτό το κομμάτι λειτουργεί τόσο πειστικά: δεν χρειάζεται να υπερφορτώσει τη φόρμα του για να αποκτήσει χαρακτήρα. Από τις καλύτερες στιγμές του album.

Διόλου τυχαία το A Means to an End επιλέχθηκε ως το πρώτο οπτικοποιημένο δείγμα του album, το οποίο πατά στην ευθύγραμμη rock φύση των Graveyard: ένα από τα πιο groove-driven και άμεσα rock κομμάτια του δίσκου, με το κιθαριστικό riff και το rhythm section να συνεννοούνται αντανακλαστικά, χωρίς περίτεχνες παρεκβάσεις ή ιδιαίτερες εκπλήξεις. Ένα κομμάτι φτιαγμένο για να κυλήσει και να μεταφερθεί σχεδόν αυτούσιο στη σκηνή - γεγονός που το καθιστά απολύτως συνεπές με την διακηρυγμένη πρόθεση του Mörck να γράψει το "Fever" έχοντας κατά νου πρωτίστως τη ζωντανή ενέργεια της μπάντας.

Δια του "Time To Tell", οι Graveyard διευρύνουν αισθητά το πεδίο τους. Η έως τότε αδιάκοπη ηλεκτρισμένη ορμή παραχωρεί χώρο σε ένα περισσότερο γήινο και ευρύχωρο rock, διαποτισμένο από μία Creedence Clearwater Revival-ική αίσθηση απέριττης αμεσότητας, η οποία, αντί να συρρικνώνει τη σύνθεση, της χαρίζει εύρος και ορίζοντα. Πρόκειται για μία από τις πλέον ευθύβολες και συνάμα απολαυστικές στιγμές του δίσκου, με αδιαμφισβήτητο Graveyard-ικό πρόσημο με τη σπάνια ικανότητα του σχήματος να καθιστά το φαινομενικά απλό απολύτως δικό του.

Το προτελευταίο "Room Tempered" εκκινεί με ένα ευφάνταστο drumming του Oskar Bergenheim. Πρόκειται για ακόμη ένα αμιγώς rock ’n’ roll ξέσπασμα, από εκείνα που μπορούν ευχερώς να ανακαλέσουν μουσικές αλλότριας προελεύσεως· και ακριβώς εδώ εδράζεται ένα από τα πλέον ισχυρά χαρίσματα των Graveyard. Οι κιθάρες των Nilsson και Ramm, το μπάσο του Truls Mörck και τα τύμπανα του Bergenheim δεν αποκρύπτουν τις καταβολές τους, αλλά τις μεταβολίζουν τόσο οργανικά, ώστε το εκάστοτε "δάνειο" να παύει να νοείται ως τέτοιο και να επανεμφανίζεται με αμιγώς Graveyard-ική ταυτότητα. Ο ρυθμός μαγνητίζει ενώ το κιθαριστικό σόλο -για ακόμη μία φορά εξαιρετικό- δεν επιζητεί περγαμηνές, αλλά εκρήγνυται σαν φυσική απόληξη της συσσωρευμένης ηλεκτρικής του φόρτισης. Κατά τούτο η σύνθεση υπενθυμίζει έτσι ότι η πρωτοτυπία δεν έγκειται πάντοτε στην επινόηση ενός άγνωστου λεξιλογίου, αλλά, ενίοτε, στην ικανότητα να οικειοποιείσαι μια παλαιά γλώσσα τόσο πλήρως, ώστε να ακούγεται σαν να σου ανήκε εξαρχής.

Το ακροτελεύτιο "Dead Note" στέκει στο μεταίχμιο δύο εμβληματικών στιγμών της δισκογραφίας τους, του "Blue Soul" και του "Uncomfortably Numb", σαν να αποτίει εκ των ένδον έναν ξεχωριστό φόρο τιμής. Από το πρώτο κληρονομεί τη σκοτεινή, υπόγεια blues βαρύτητα και από το δεύτερο την μελαγχολική έκταση και την υποτονική δραματικότητα. Πρόκειται για μία συνειδητή επιστροφή σε οικείες συναισθηματικές περιοχές, ιδωμένες πλέον από την απόσταση δύο δεκαετιών. Έτσι, το "Dead Note" κλείνει το "Fever" με μια βαθύτερη, αυτοαναφορική καταβύθιση - ωσάν το σχήμα, αφού πρώτα αναστήθηκε δια του "Back from the Grave", να καταλήγει στο τέλος να συνομιλεί με τα ίδια του τα φαντάσματα.

Εν τέλει, το "Fever" συνιστά ένα σύνολο εξαιρετικών συνθέσεων, με μόλις μία κάτω του αναμενόμενου ("Don’t Shoot!", περί ου ο λόγος, το οποίο διαφοροποιεί προσωρινά τη φωνητική φυσιογνωμία του δίσκου, με τον Nilsson να παραχωρεί το μικρόφωνο -κατά πάσα πιθανότητα στον Mörck-, χωρίς ωστόσο η σύνθεση να κατορθώνει να αναμετρηθεί επί ίσοις όροις με τις κορυφαίες στιγμές που προηγήθηκαν) και, πιθανότατα, την πλέον ενεργοβόρα κατάθεση της μέχρι σήμερα πορείας του σχήματος. Ένα album έμπλεο ακατέργαστης σκληρότητας, νεύρου και "βρωμιάς", διαποτισμένο από μία πρωτογενή ζωτική ορμή που, συχνά υποχωρούσε ενώπιον της ενδοσκόπησης. Πρόκειται για δίσκο που δεν στοχάζεται τόσο τη φθορά όσο την καίει ως καύσιμο. Και κάπως έτσι, έπειτα από δύο δεκαετίες διαδρομής, οι Graveyard ακούγονται απολύτως ακμαίοι και απαραίτητοι - τόσο για μας όσο και για τους ίδιους.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET