​Electric Litany

Sonder (EP)

Inner Ear (2022)
Ένας δίσκος-αγκαλιά για κάθε άνθρωπο που ψάχνει κάπου να ακουμπήσει τον πόνο του
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Η ψυχοθεραπευτική σχέση που χτίζεται με την τέχνη τα τελευταία χρόνια δεν παραβλέπεται εύκολα. Μοιάζει να ολισθαίνει μακριά από τα παραδεδομένα πεδία του δέους μπροστά στο όμορφο, της διαμόρφωσης συλλογικής ταυτότητας, και της ηθικής διάπλασης, να ξεμακραίνει ακόμη και από την ιδιότητα του εμπορικού προϊόντος, και να κατρακυλά στο πεδίο της συναισθηματικής υποστήριξης, της συνοδείας στις δύσκολες στιγμές, της εκτόνωσης, και της ανακούφισης. Τόσο από την πλευρά ενός κοινού που αναζητάει στην τέχνη την απαλότητα και το μούδιασμα από το καθημερινό ράπισμα, όσο και από την πλευρά των καλλιτεχνών, που δεν χρησιμοποιούν την τέχνη τους απλώς ως ψυχοθεραπεία για τους ίδιους, αλλά την κατασκευάζουν με στόχο να λειτουργεί καταπραϋντικά και καθησυχαστικά. Η φράση του Καβάφη, που «μες στην τέχνη πάλι, ξεκουραζόταν απ’ τη δούλεψή της» φτάνει στα λογικά της όρια, ώστε η δραστηριότητα της τέχνης να αφορά ολοένα και περισσότερο μία συγκεκριμένη λέξη κλειδί: την ξεκούραση.

Η δισκογραφική επιστροφή των Electric Litany είχε ακριβώς τον στόχο να αποτελεί μουσική που να μπορείς να ακούς για να αποκοιμηθείς, music for sleep όπως ήταν εξάλλου ο τίτλος εργασίας του ΕΡ. Η τρυφερότητα και η εύθραυστη μελωδικότητα ανέκαθεν ήταν παρούσα στη μουσική του συγκροτήματος, κι εδώ ανθίζει μέσα από την απλότητα. Αργόσυρτες συνθέσεις, δημιουργήματα ενός αυθορμητισμού δύο ημερών, απογυμνωμένες από πολλά ηλεκτρονικά στοιχεία, που ακούγονται σαν νανουρίσματα. Κάθε μία ζυγίζει όσο μία γλυκόπικρη ανάμνηση. Εκεί που περισσότερο επιτρέπουν ρωγμές στον μίνιμαλ οργανικό ήχο είναι στο "Between Two Waves", όπου οι ηλεκτρονικές πινελιές συμπληρώνουν τα κενά και φέρνουν έντονα στο μυαλό τα ηχοχρώματα του Vangelis.

Η έμπνευση πίσω από το δίσκο είναι το διαδικτυακό Dictionary of Obscure Sorrows του John Koenig, μία ποιητική απόπειρα ορισμού συναισθημάτων τόσο αφηρημένων και ιδιαίτερων, που δεν έχουμε ακόμη βρει τις λέξεις για να τα περιγράψουμε. Ένα τέτοιο άρρητο συναίσθημα είναι και το "Sonder", δηλαδή η συνειδητοποίηση ότι κάθε τυχαίος περαστικός αποτελεί ένα αχανές ψηφιδωτό σκέψεων, ονείρων, φόβων, και εμπειριών όπως κι εμείς. Το ευάλωτο "Chrysalism", με τη Louisa Jones των folky Whiskey Moon Face, ακούγεται σαν το μούδιασμα μετά την αποδοχή μίας μεγάλης απώλειας, και ως νεολογισμός επιχειρεί να περιγράψει την «αμνιακή ηρεμία του να βρίσκεσαι μέσα κατά τη διάρκεια μίας καταιγίδας» (αν αυτός ο ορισμός σας θυμίζει κάτι, μάλλον πρόκειται για την προ διετίας συλλογή των Electric Litany, "The Amniotic Tranquility of Being Indoors During A Thunderstorm", με ακυκλοφόρητα και demos). Δεν μου προκαλεί εντύπωση που επιλέχθηκε ως πρώτο δείγμα, αφού θεωρώ ότι αποτελεί μία από τις πιο εύθραυστες στιγμές της συνολικής πορείας του σχήματος.

Στο τιμόνι των συνθέσεων κάθεται το πιάνο και η φωνή του Αλέξανδρου Μίαρη, και το δεύτερο όργανο που προσωπικά ξεχώρισα ήταν το κοντραμπάσο του Θοδωρή Ζιάρκα. Το παίξιμο του Richard Simic στα drums, από την άλλη, παραμένει αναγκαστικά ράθυμο ώστε να μην συνταράσσει τον αναισθητικό χαρακτήρα των κομματιών, χωρίς βέβαια να χάνει την ευκαιρία για ένα post-rock κρεσέντο στο εκτυφλωτικό τελείωμα του "Window".

Πρόκειται, λοιπόν, για εικοσιπέντε λεπτά ονειρικής μουσικής, ντυμένης με νοσταλγία και τρυφερότητα απέναντι στο ανθρώπινο βίωμα. Οι Electric Litany επέστρεψαν με έναν δίσκο κέρασμα, που φτάνει και ξεπερνάει για άλλη μία φορά τα στάνταρ που έχουν θέσει οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Από τις λεπτεπίλεπτες μελωδίες, μέχρι το λιτό εξώφυλλο, τα πάντα φαίνεται να έχουν τελεστεί ξανά υπό την προσεκτική ματιά της ποιότητας και της καλαισθησίας. Εκεί, όμως, που τελειώνει το σύνορο ενός ΕΡ ως δισκογραφικό προϊόν, της μουσικής ως γλώσσας για την περιγραφή του ωραίου, και της post/ambient κατηγοριοποίησης ως ενδεικτικής της αισθητικής μίας σκηνής, αρχίζει η τέχνη ως τόπος ασφάλειας και στοργής. Ένα μέρος, που μπορούμε να αισθανθούμε τη ζεστασιά στο κράτημα μίας αγκαλιάς, κι επιτέλους, μπορούμε για λίγο να κλείσουμε τα μάτια και να αποκοιμηθούμε.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET