Leprous: «Αν μπορούσες να μετρήσεις την αδρεναλίνη μας ενώ παίζουμε, πιθανότατα θα είχαμε πολύ περισσότερη στην Ελλάδα»

Ο Robin Ognedal μας προετοιμάζει για τις επερχόμενες εμφανίσεις των Leprous στη χώρα μας και το μέλλον, με μία μικρή αναδρομή στο προσωπικό, shred-based παρελθόν του

Από τον Νίκο Καταπίδη, 19/01/2026 @ 12:22

Μετρώντας με την επερχόμενη εννέα επισκέψεις στη χώρα μας, οι Leprous έχουν πια κερδίσει επάξια τον τίτλο μιας μπάντας με «ιδιαίτερη σχέση» με το ελληνικό κοινό. Η επιστροφή τους τόσο στη Θεσσαλονίκη, όσο και στην Αθήνα για δύο συνεχόμενες βραδιές, με εντελώς διαφορετικά setlists και μια σπάνια "By Request" εμπειρία, ήταν η καλύτερη αφορμή για να ξαναμιλήσουμε μαζί τους, αυτή τη φορά με τον Robin Ognedal, την κιθαριστική μεγαλοφυΐα του συγκροτήματος. Μεταξύ άλλων, μαζί με μια μικρή αναδρομή στο προσωπικό, shred-based παρελθόν του, παίρνουμε και μια ιδέα για τα επόμενα βήματα των Leprous, που μοιάζει να βρίσκονται σε μια από τις παραγωγικότερες φάσεις της πορείας τους.

Αποφασίσατε να δώσετε στην Αθήνα δύο συνεχόμενες βραδιές με εντελώς διαφορετικά setlists. Ποιο ήταν το κίνητρο πίσω από αυτή την απόφαση; Είναι μια επιβράβευση απέναντι στο κοινό της χώρας που σας ακολουθεί πιστά όλα αυτά τα χρόνια;

Αγαπάμε τους Έλληνες fans, αλλά το να αλλάζουμε το setlist δεν είναι κάτι καινούργιο για εμάς· το κάνουμε πάντα στις περιοδείες για να παραμένει ενδιαφέρον τόσο για το κοινό όσο και για εμάς τους ίδιους. Ωστόσο, συνήθως δεν αλλάζουμε το setlist σε τόσο μεγάλο βαθμό όσο θα το κάνουμε στην Αθήνα. Ο λόγος είναι ότι παίζουμε δύο συναυλίες συνεχόμενες και, αν κάποιος αποφασίσει να έρθει και στις δύο, θέλουμε να είναι δύο εντελώς διαφορετικές εμπειρίες.

Την 1η Φεβρουαρίου, το τιμόνι το παίρνουν οι fans. Ως μουσικοί που συχνά σχεδιάζετε σχολαστικά τη ροή μιας συναυλίας, είναι τρομακτικό ή απελευθερωτικό να αφήνετε το setlist στα χέρια του κοινού;

Λίγο και από τα δύο, θα έλεγα. Σίγουρα θα είναι μια πιο αγχωτική συναυλία από το συνηθισμένο, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Μας κρατά σε εγρήγορση και μπορεί να προκύψει μαγεία από αυτό. Είμαι περίεργος να δω πώς θα λειτουργήσει ως live set, γιατί το να φτιάχνεις μια ζωντανή εμπειρία είναι κάτι παραπάνω από το να διαλέγεις απλώς τα καλύτερα τραγούδια με τη σωστή σειρά. Πρέπει να το χτίσεις με τρόπο που να βγάζει νόημα. Αλλά ποιος ξέρει, ίσως το ελληνικό κοινό έχει ταλέντο στο να φτιάχνει setlists. Θα δούμε!

Σε ένα σενάριο “By Request”, πάντα υπάρχει εκείνο το ένα obscure τραγούδι (κάτι από Aeolia ή Tall Poppy Syndrome) που λαχταρούν οι fans. Υπάρχουν κάποια «ξεχασμένα» κομμάτια που ελπίζετε κρυφά να μη ψηφιστούν ή είστε έτοιμοι για όλα;

Υπάρχουν αρκετά τραγούδια που ελπίζουμε να μη ψηφιστούν, και ο λόγος είναι ότι αυτά τα τραγούδια δεν είναι καλά. Ευτυχώς, οι fans μας συνήθως συμφωνούν με αυτό και ψηφίζουν καλύτερα τραγούδια.

Φέρνετε μαζί σας τους IHLO και τους Crystal Horizon. Πόσο εμπλέκεται το συγκρότημα στην επιλογή των πακέτων περιοδείας και τι έκανε αυτές τις δύο μπάντες την κατάλληλη επιλογή για το ελληνικό σκέλος;

Κάποιοι από εμάς συνήθως εμπλέκονται αρκετά στην επιλογή των συγκροτημάτων. Εγώ προσωπικά δεν ήμουν ιδιαίτερα μπλεγμένος σε αυτό το κομμάτι αυτή τη φορά, οπότε δεν μπορώ να μιλήσω συγκεκριμένα για το γιατί επιλέχθηκαν, αλλά έχουμε ακούσει το όνομα των IHLO όλο και περισσότερο τελευταία και σκεφτήκαμε ότι θα είχε ενδιαφέρον να τους πάρουμε μαζί μας. Τους Crystal Horizon, για να είμαι ειλικρινής, δεν τους γνωρίζω πολύ, οπότε ανυπομονώ πραγματικά να γνωρίσω τη μουσική τους σε αυτή την περιοδεία! Συνήθως προτιμώ να ανακαλύπτω νέα μουσική live, οπότε μπορεί να μην εξοικειωθώ καν ιδιαίτερα από πριν.

Έχετε παίξει σε πολλούς χώρους στην Ελλάδα, από το μικρό An Club πριν χρόνια μέχρι το Θέατρο Λυκαβηττού. Πώς συγκρίνεται η ενέργεια του ελληνικού κοινού σε ένα κλειστό club με τα τεράστια φεστιβάλ στα οποία είστε headliners στην Ευρώπη;

Ειλικρινά προτιμώ γενικά την ενέργεια των κλειστών club shows από τα τεράστια φεστιβάλ, και ειδικά το ελληνικό κοινό είναι τόσο δυνατό και παθιασμένο, κάτι που μεταφράζεται ακόμη καλύτερα σε έναν κλειστό χώρο παρά σε μια μεγάλη υπαίθρια σκηνή μακριά από το κοινό. Θα έλεγα ότι σε ένα club show με το κοινό κοντά νιώθεις την εμπειρία πιο προσωπική και έντονη.

Το τελευταίο σας άλμπουμ, "Melodies of Atonement", έμοιαζε με μια στροφή μακριά από τα ορχηστρικά/συμφωνικά στρώματα των "Aphelion" και "Pitfalls" προς έναν πιο άμεσο, μπανταριστό ήχο. Πώς μεταφράστηκε αυτή η μετάβαση στο live σας το 2026;

Ναι, νιώσαμε ότι ήταν ώρα να εξερευνήσουμε κάποια διαφορετικά ηχητικά εδάφη. Αυτή τη φορά επιλέξαμε να αφαιρέσουμε πολλά από τα στοιχεία και τα layers που δεν είναι απλώς οι πέντε μας να παίζουμε μαζί. Έτσι, το να μάθουμε αυτά τα τραγούδια για live ήταν από τις πιο εύκολες διαδικασίες που είχαμε ποτέ σε άλμπουμ. Δεν υπήρχε το να προσπαθούμε να καταλάβουμε ποια μέρη να παίξουμε και ποια να αφήσουμε απ’ έξω, καθώς το layering ήταν πολύ λιγότερο βαρύ σε σχέση με προηγούμενους δίσκους. Αυτό μεταφράζεται πολύ καλά και στη μίξη, γιατί το άλμπουμ είναι φτιαγμένο γύρω από εμάς ως μουσικούς και, ως εκ τούτου, αποδίδεται εξαιρετικά σε ένα live περιβάλλον.

Πολλοί fans ένιωσαν ότι αυτός ο δίσκος έφερε πίσω λίγη από τη «βαρύτητα» της εποχής "Coal" ή "The Congregation", αλλά με πιο εκλεπτυσμένο τρόπο. Ήταν μια συνειδητή επιστροφή στις ρίζες σας ή μια φυσική αντίδραση στους προηγούμενους δίσκους;

Ήταν, υποθέτω, μια φυσική αντίδραση στους προηγούμενους δίσκους. Αποφασίσαμε, ενώ φτιάχναμε αυτό το άλμπουμ, ότι θα πάμε πιο ακραία προς όλες τις κατευθύνσεις. Δηλαδή πιο ήπια και πιο βαριά. Κάτι που πιστεύω ότι το καταφέραμε. Αλλά σε καμία στιγμή δεν καθίσαμε να πούμε ότι πρέπει να γίνουμε πιο βαριοί.

Αυτή είναι η ένατη επίσκεψή σας στην Ελλάδα. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή από παλαιότερη ελληνική συναυλία - ίσως κάποια αλληλεπίδραση με fans ή κάποιο περίεργο περιστατικό - που έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη σου;

Ναι! Ο Einar έπεσε από τη σκηνή μια φορά στην Αθήνα, νομίζω ήταν στο Fuzz Club το 2018. Έπεσε από το ego riser πάνω στο κιγκλίδωμα. Έδειχνε πραγματικά πολύ άσχημο και σόκαρε τους υπόλοιπους στη σκηνή, αλλά πριν το καταλάβουμε είχε ήδη σηκωθεί και τραγουδούσε, φαινομενικά μια χαρά.

Οι Έλληνες fans είναι γνωστοί για το ότι είναι εκδηλωτικοί. Η κουλτούρα του «τραγουδάμε μαζί τις μελωδίες της κιθάρας» επηρεάζει τον τρόπο που παίζετε στη σκηνή ή σας πιάνει ποτέ απροετοίμαστους;

Ναι, μας δίνει πολλή ενέργεια για το show! Νομίζω ότι αν μπορούσες να μετρήσεις την αδρεναλίνη μας ενώ παίζουμε, πιθανότατα θα είχαμε πολύ περισσότερη στην Ελλάδα σε σχέση με άλλα, πιο ήρεμα κοινά στον κόσμο. Μια συναυλία δεν είναι απλώς το συγκρότημα που δίνει ένα show· είναι κάτι που συμβαίνει ανάμεσα σε ένα συγκρότημα και το κοινό, οπότε το πώς συμπεριφέρεται το κοινό κατά τη διάρκεια της συναυλίας σίγουρα βοηθά στο να διαμορφωθεί η εμπειρία.

Ήρθατε εδώ για πρώτη φορά όταν η «μοντέρνα prog» σκηνή ήταν ακόμα αρκετά μικρή. Πώς είδες το ελληνικό κοινό να μεγαλώνει και να εξελίσσεται παράλληλα με το συγκρότημα την τελευταία δεκαετία;

Φαίνεται ότι μεγαλώνουμε σταθερά και σιγά-σιγά κάθε φορά που επιστρέφουμε στην Ελλάδα, και γι’ αυτό είμαστε πολύ ευγνώμονες!

Με τον κύκλο του “Melodies of Atonement” σε πλήρη εξέλιξη, σκέφτεστε ήδη τα επόμενα βήματά σας; Οι Leprous δεν μένουν ποτέ στο ίδιο μέρος για πολύ - πού δείχνει τώρα ο «βορράς» στη μουσική σας πυξίδα;

Ναι, έχουμε ήδη αρχίσει να δουλεύουμε πάνω σε έναν νέο δίσκο και θα μπούμε στο στούντιο για να τον ηχογραφήσουμε όχι πολύ μετά από αυτή την περιοδεία. Θα πρέπει απλώς να περιμένετε και να δείτε πώς θα ακούγεται, αλλά μπορώ να πω ότι δεν θα είναι MoA version 2.

Αφού κάνετε αυτά τα ιδιαίτερα “By Request” shows , υπάρχει κάποιο πλάνο να καταγράψετε αυτές τις εμφανίσεις του 2026 για μια νέα live κυκλοφορία;

Μάλλον όχι, καθώς μόλις κυκλοφορήσαμε το Evening With Blu-ray από το Tilburg.

Μετά από τόσα χρόνια πειραματισμού, από avant-garde metal μέχρι συμφωνικό rock και τώρα το “Αtonement”, ποιο είναι το ένα πράγμα που νιώθεις ότι πρέπει να παραμένει σταθερό σε ένα τραγούδι των Leprous για να «κουμπώνει» σωστά;

Ένα τραγούδι των Leprous μπορεί να διαφέρει πάρα πολύ, οπότε είναι δύσκολο να το πεις. Υποθέτω ίσως τα φωνητικά του Einar. Και η φωνή του καθενός μας στο όργανό του.

Τι θυμάσαι από τις μέρες των Aspera; Τι συνέβη με αυτό το συγκρότημα; Έπρεπε να αλλάξετε όνομα σε Above Symmetry, οπότε αυτό επηρέασε κάπως τα πράγματα;

Θυμάμαι εκείνη την περίοδο με πολλή αγάπη! Ήταν η πρώτη μου επαφή με τον επαγγελματικό κόσμο της μουσικής και στην πραγματικότητα υπογράψαμε στην Inside Out, την ίδια δισκογραφική με την οποία είμαστε τώρα και με τους Leprous. Λάβαμε ένα cease and desist γράμμα από ένα αμερικανικό συγκρότημα που λεγόταν Aspera, που μας έλεγε να αλλάξουμε όνομα και να τους πληρώσουμε 2000 δολάρια, αλλιώς θα μας μήνυαν. Δεν βρήκαμε ποτέ ένα όνομα που να μας αρέσει, η δισκογραφική ανυπομονούσε και μας έδωσε περίπου τρία διαφορετικά ονόματα να διαλέξουμε και μας είπε ουσιαστικά να διαλέξουμε ένα και να σταματήσουμε να χάνουμε χρόνο. Αυτό δεν ήταν πραγματικά ο λόγος που διαλύθηκε το συγκρότημα. Τα μισά μέλη δεν είχαν πια χρόνο για αυτό και απλώς κάπως έσβησε. Το θέμα με το όνομα δεν βοήθησε, αλλά δεν ήταν το τελειωτικό χτύπημα.

Το “Ripples” ήταν ένας φανταστικός δίσκος, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πόσο νέοι ήσασταν τότε. Πώς νιώθεις γι’ αυτόν; Υπάρχει πιθανότητα να κάνετε κάτι καινούργιο κάποια στιγμή;

Ευχαριστώ! Λοιπόν, πάντα υπάρχει μια πιθανότητα, αλλά προς το παρόν δεν υπάρχουν σχέδια. Συνάντησα τα παιδιά πριν από λίγο και αρχίσαμε να μιλάμε για το ότι θα ήταν ωραίο να κάνουμε ένα τελευταίο live μαζί, οπότε θα δούμε. Ίσως στο μέλλον.

Μπορείς πραγματικά να “σκίζεις” στην κιθάρα, αλλά στους Leprous - παρότι το παίξιμό σου είναι εντυπωσιακό - δεν υπάρχει πραγματικά ανάγκη να διοχετεύεις αυτές τις δεξιότητες. Έχεις νιώσει την ανάγκη να δημιουργήσεις ένα μουσικό outlet για να παίζεις αυτού του είδους τη μουσική;

Νομίζω ότι, για να είμαι ειλικρινής, ξεπέρασα το ενδιαφέρον μου για το shred guitar όσο μεγάλωνα. Δεν με ενδιαφέρει πια ιδιαίτερα και προτιμώ να φτιάχνω «νόστιμα» κιθαριστικά μέρη που υπηρετούν το τραγούδι. Όταν έχω κάποιο σόλο, προσπαθώ να είναι μια δυνατή μελωδία και κάτι που να θυμούνται οι άνθρωποι, αντί να δείχνω όλα μου τα κόλπα. Οπότε είναι πολύ απίθανο να βρεθώ ξανά σε ένα shred συγκρότημα, για να είμαι ειλικρινής.

Ποιους τρεις κιθαρίστες θα διάλεγες ως αυτούς που σε διαμόρφωσαν περισσότερο και με ποιους τρόπους σε επηρέασαν;

Alexi Laiho: Ήταν η μεγαλύτερη έμπνευσή μου στα πρώτα χρόνια και με έκανε να αφιερώσω πολύ χρόνο στην εξάσκηση της τεχνικής.

John Mayer: Ήταν ο κιθαρίστας που με έκανε να θέλω να παίζω Strat και επίσης μου άνοιξε τα μάτια στον κόσμο των blues παικτών και στον πολύ «φωνητικό» τρόπο παιξίματος της κιθάρας.

Derek Trucks: Μου άνοιξε τα μάτια στο slide guitar. Έχει τον πιο φωνητικό τρόπο παιξίματος κιθάρας που έχω ακούσει ποτέ.

Αφού είμαστε ακόμα στον Ιανουάριο, ποια ήταν τα αγαπημένα σου άλμπουμ του 2025; Τι μουσική ακούς γενικά;

Ειλικρινά δυσκολεύομαι να σκεφτώ έστω και ένα άλμπουμ που να άκουγα και να κυκλοφόρησε το 2025. Έχω πολλά από το 2024, αλλά δεν είμαι ιδιαίτερα ενημερωμένος για το τι είναι καινούργιο και «hot». Ακούω πολλά διαφορετικά πράγματα. Τελευταία ακούω Gåte, Nils Frahm (ambient ηλεκτρονική μουσική), Billie Eilish, Sleep Token, Sohn και διάφορα άλλα. Δεν μπορώ να πω ότι είχα σχέση αγάπης με κάποια κυκλοφορία του 2025, αλλά δεν το έψαξα και ιδιαίτερα.

  • SHARE
  • TWEET