Protomartyr
Hotel Usona
Στην παραβολή της αμερικανικής παρακμής, εισέρχεστε με δική σας ευθύνη
Οι Protomartyr, παραπάνω από μια δεκαετία, καταγράφουν την αμερικανική πορεία προς τη δυστοπία, όσο και τα βάθη της ύπαρξης, με την οξυδέρκεια του outsider και μια κυνική μεν, ειλικρινή δε, προσέγγιση που δεν έχει καμία διάθεση να κολλήσει σε συνθήματα. Σε αυτή τη διαδρομή, το κουαρτέτο από το Ντιτρόιτ συνέδεσε τον ρόλο ενός προφήτη, με το χάρισμά τους να μπλεντάρουν την ακατέργαστη post-punk νευρικότητα με art στοιχεία και τη σκοτεινή αφηγηματική ιδιοφυΐα του Joe Casey - κουβαλώντας κάτι από την ψυχή των The Fall και του Mark E. Smith. Από τα εξαιρετικά "Relatives In Descent" και “Ultimate Success Today” οι Protomartyr δεν έπαψαν να αναζητούν νέες εκφράσεις αυτής της ανησυχίας, ίσως όμως δεν είχαν κάνει τόσα κεφάλια να γυρίσουν τα τελευταία χρόνια. Το έβδομο άλμπουμ τους, "Hotel Usona" έρχεται όχι μόνο ως δυναμική επιστροφή, αλλά ως ο καλύτερος δίσκος τους, ένα συνεκτικό concept album που βρίσκει ένα μάλλον ταιριαστό σκηνικό με το momentum της κυκλοφορίας του. Ένα παλιό αμερικάνικο ξενοδοχείο στην απόλυτη παρακμή.
Το "Hotel Usona" θεματικά επικεντρώνεται σε μια Αμερική σε αποσύνθεση, όπως μαρτυρά και μια περιήγηση στο site του "Hotel Usona - American Boutique Hotel" (aka της μπάντας). Εκεί, αυτή η σύλληψη έχει μετατραπεί σε ένα σατιρικό τουριστικό θέρετρο, με σουίτες και παροχές για κάθε εφιάλτη. Η κλασική κινηματογραφική εικονογραφία του αμερικανικού μοτέλ συναντά εδώ την πραγματικότητα της αυτοκρατορίας που σαπίζει. Η παλέτα χρωμάτων αναδύει την αισθητική του ξεπεσμού, οι φωτογραφίες του artwork αφήνουν υπόρρητα ενδείξεις της παραίτησης, ενώ η στιχουργική μοιράζεται ανάμεσα σε δωμάτια μισοάδεια, διαδρόμους επικίνδυνους, νάζγκουλ, μεθυσμένους εργαζόμενους και μια διεύθυνση που δεν τηρεί καν τα προσχήματα ενός κοινωνικού συμβολαίου. Κάθε δωμάτιο φιλοξενεί μια διαφορετική εκδοχή των αιτίων αυτής της κατάντιας, από τον εθνικισμό και τις απελάσεις του ICE, μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, τον κόσμο των tech-bros και τον παρόντα ταξικό πόλεμο. Το χειρότερο; Οι ένοικοι έχουν μαγνητιστεί από τις ανέσεις, τόσο που μέχρι τέλους είναι αμφίβολο αν σκέφτονται να φύγουν.
Πέρα από το αισθητικό, το "Hotel Usona" είναι ένα αλλόκοτα στοχαστικό μα βαθιά οργισμένο post-punk άλμπουμ, που αν και φλερτάρει με το δύσκολο, είναι ταυτόχρονα ελκυστικό. Το γιατί ξεδιπλώνεται μέσα από τις ακροάσεις, όπου η κιθαριστική ένταση σπάει φόρμες, δίνει χώρο σε jazz ενορχηστρώσεις και επιρροές από το μουσικό στοιχείο της Ανατολής. Ο Greg Ahee αφήνει συχνά την κιθάρα να υποχωρήσει μπροστά στα πλήκτρα και τα πνευστά - ειδικά σε ένα σαξόφωνο που κλέβει την παράσταση - ενώ όταν επανέρχεται, η λιτότητα συνομιλεί με ψυχεδελικά wall of sound. Αυτή η εναλλαγή διατρέχει και το ρυθμικό μέρος. Τα ντραμς του Alex Leonard άλλοτε παραπέμπουν οριακά σε στρατιωτικό βηματισμό και άλλοτε αποσυντονίζουν τον ρυθμό, ενώ το μπάσο του Scott Davidson λειτουργεί ως η μόνη σταθερά. Η krautrock επαναληπτικότητα των CAN, η σκοτεινή jazz και η lounge αισθητική της μεταπολεμικής Αμερικής είναι επιρροές που οι ίδιοι ανέφεραν σε συνεντεύξεις τους και ηχούν στην ενορχήστρωση ως διαφορετικά υλικά που υπηρετούν μια κοινή λογική. Στην παραγωγή βρίσκεται ο Dave Fridmann (Nick Cave, Flaming Lips, Mogwai και η λίστα συνεχίζεται), επιβεβαιώνοντας την ιστορία γύρω από το όνομα και χτίζοντας την κινηματογραφική ατμόσφαιρα που δεν περιορίζεται στο προαναφερθέν concept.
Το εναρκτήριο "The Old Hotel" δίνει από νωρίς το στίγμα, με ένα εισαγωγικό riff που θυμίζει κάτι που θα άκουγες στον χώρο αναμονής ενός ξενοδοχείου, πριν ο Casey μας υποδεχτεί με ένα στοιχειωτικό "Welcome back to the dream of a rotten mind" για να φέρει το χάος. Η επιστροφή έχει τη σημασία της στον καταναγκασμό της επανάληψης που ζούμε και αυτό το μοτίβο θα είναι συνοδοιπόρος τόσο στιχουργικά, όσο και μουσικά. Στο "Exalted Eagles", οι ογκώδεις κιθάρες και η οργισμένη απαγγελία του Casey καλύπτουν κάθε έκφραση των πλήκτρων, καθώς τα σύμβολα του αμερικανικού μεγαλείου γκρεμίζονται μαζί με τις ψευδαισθήσεις περί πατριωτισμού. Στο "Sounds We Cannot Hear", αυτό το μικρό έπος, ο εμβατηριακός παλμός σε ντραμς και πνευστά, όσο και οι κιθαριστικές στρώσεις, χτίζουν μια συγκλονιστική κορύφωση, την ώρα που ο Casey περιγράφει τη συναισθηματική παράλυση μπροστά στη διαρκή ροή της φρίκης.
It's the weight you cannot bear
"You got to earn a living"
It's the guilt you cannot feel
"Just got to keep on living"
The sounds we cannot hear
Σε κόντρα με τις πιο “Protomartyr” εκφάνσεις, το "The Knife Dream" βυθίζεται μακριά από το υπαρκτό, σε μια noir, dark jazz, όπου τα χάλκινα πνευστά και οι δυσαρμονίες δημιουργούν κάτι το ανοίκειο και απειλητικό. Η punkίζουσα και industrial ηχητική επίθεση του "Feed The Sewer" που θα ακολουθήσει, εξαπολύεται ανελέητα με μανιασμένα ντραμς και παραμορφωμένες κιθάρες που ξεσπούν σε ένα λαχταριστά βαρύ riff. Το μη αναμενόμενο lounge διάλειμμα διαρκεί μόνο μερικά δευτερόλεπτα, για να γυρίσουμε στην ασφυκτική εμμονή μιας αδηφάγας μηχανής. “Feed!”.
‘Επειτα, η ένταση υποχωρεί στο τελετουργικό "Lavender - Gospel" και το exotica "Third Country", μόνο που πίσω από τις ηπιότερες συνθέσεις παραμονεύει η βαρβαρότητα. Η μουσική προσφέρει μια ψευδαίσθηση απόδρασης, την ώρα που ο Casey περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο αυτή δεν είναι παρά ένα ακόμη προνόμιο των λίγων. Την ανυπαρξία διαφυγής υπογραμμίζει στα επτά σχεδόν αποκαλυπτικά λεπτά του "Checking Out", με τις σειρήνες του πολέμου να ηχούν μέσα από πνευστά και κιθάρες. Ξαφνικά όλα σβήνουν, ενώ ακούγεται: “We’ll walk this road together, Hand in hand while we can / But you have to hurry on, Soon you’ ll hurry on alone”. Ίσως και να υπάρχει μια διαφυγή τελικά.
