Lana Del Rey

Born To Die

Interscope / Polydor (2012)
Από τον Παντελή Μαραγκό, 06/02/2012
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;
Δε χωράει αμφιβολία, κάτι τρέχει με τη Lizzy Grant. Ξεπηδώντας -σχεδόν- από το πουθενά κατάφερε να έχει όλο τον κόσμο να ασχολείται με την πάρτη της. Όμορφη κόρη ενός επιχειρηματία της νέας εποχής που έγινε ζάπλουτος μοσχοπουλώντας ιντερνετικά domains, «έγινε» ακόμη πιο όμορφη (το μισό ίντερνετ μιλάει για το κολλαγόνο στα χείλη της) κι έκτοτε προβάλει με χάρη τα ταλέντα της στην προσπάθειά της να γίνει μεγάλη και τρανή. Υπάρχει όμως «κάτι» επάνω της. Κάτι που το κάνει δύσκολο να περάσει απαρατήρητη. Για παράδειγμα, δεν είναι απλά ότι άλλαξε το όνομά της, είναι που το Lana Del Rey (πρώην Ray) που επέλεξε έχει έναν αέρα από μια άλλη εποχή. Θυμίζει, ας πούμε, το μεγαλομανή σκηνοθέτη και παραγωγό Cecil B. DeMille. Έτσι η κινηματογραφική της αύρα, σε συνδυασμό με τα κάλλη, τη φωνή και το επιτηδευμένο στυλ της (παλινδρομεί μεταξύ Femme Fatale και Λολίτας) φέρνουν στον νου τις ντίβες από τη χρυσή εποχή του Hollywood.

Το "Born To Die" δεν είναι ο πρώτος δίσκος της. Ούτε κι αυτή όσο πιτσιρίκα δείχνει. Τον Ιούνιο θα κλείσει τα 26 και από το 2008 το «παλεύει», έχοντας κυκλοφορήσει ένα EP κι έναν ολοκληρωμένο δίσκο, ο οποίος -πολύ σωστά- πέρασε απαρατήρητος προτού τελικά αποσυρθεί. Θα σας γελάσω εάν ήταν η ίδια που πείσμωσε περισσότερο ή ο μπαμπάς της, πάντως σε κάθε περίπτωση είναι αλήθεια ότι έκτοτε τα πράγματα μεθοδεύτηκαν με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια κι απόλυτη αξιοποίηση των εργαλείων του σύγχρονου marketing. Και δώσ’ του εξώφυλλα (το Γενάρη κοσμούσε το Q και το ΝΜΕ) και δώσ’ του σκηνοθετημένα από την ίδια (λέει) lo-fi video clips με σκηνές από τη «ζωάρα» στη suburbia και δώσ’ του «σκάνδαλα» και δώσ’ του βραβεία next big thing και οίκοι μόδας να την ντύνουν και Push σε σημείο που γκαστρώθηκαν καναδυό αρσενικοί ελέφαντες στη Μοζαμβίκη κι οι ιθαγενείς κοιτάζονται πλέον με καχυποψία (καθώς πηγαίνουν τοίχο-τοίχο).

Βέβαια, μεσολάβησε το "Video Games", το οποίο με αντικειμενικούς όρους είναι ένα αξιολογότατο single (για το επίπεδο της σημερινής pop) και σίγουρα θα μείνει. Θα το γράψω από τώρα για να μη σας ταλαιπωρώ: κατά την άποψή μου, το κομμάτι αυτό είναι σημαντικότερο από τον δίσκο στον οποίο περιέχεται. Ένα love story για τη γενιά με τους υπερτροφικούς (από τα κινητά και τα χειριστήρια των παιχνιδομηχανών) αντίχειρες, χτισμένο πάνω σε μια πολύ όμορφη ακολουθία συγχορδιών. «This is my idea of fun / Playing video games». Ένα θολό, home-made βίντεο με την όμορφη Lizzy «χαμένη» σε μια υποβόσκουσα ανία («youth is wasted on the young» που έλεγαν κι οι Smashing Pumkins). Η σκηνή με τη σακούλα που στροβιλίζεται στο "American Beauty" μεταφερμένη σε τραγούδι.

Εκείνο, όμως, που το κάνει ανεξίτηλο είναι αυτή η απίθανη φωνή με τις ανεπαίσθητες -πλην όμως καταλυτικότατες- διαφοροποιήσεις. Ένα πραγματικό ταξίδι στο χρόνο: μια Shirley Manson του "Milk", η οποία, υπό την επίβλεψη μιας Greta Garbo, θέτει τη βάση πάνω στους στίχους «I heard that you like the bad girls honey» και μια Nancy Sinatra που υπερθεματίζει «Is that true?» μέσα σε μια έκρηξη καλομαθημένης κοριτσίστικης τσαχπινιάς, που ποτέ χατίρι δεν της χάλασαν. Κι επειδή δεν υπάρχει καλύτερο μέτρο για την αξία ενός κομματιού από τον αριθμό των διασκευών του, σε εκείνους που το έχουν ηχογραφήσει συγκαταλέγονται -ήδη- οι Kasabian και οι Bombay Bicycle Club.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το couplet του μοιάζει υπερβολικά με το "Δρόμοι Που Αγάπησα" της Ελένης Βιτάλη (σε μουσική Γιώργου Σταυριανού και στίχους Στέλιου Χατζημιχαήλ). Κατά πάσα πιθανότητα, η ομοιότητα είναι τυχαία. Ωστόσο, αξίζει να θυμίσω ότι πριν δύο χρόνια ο Jay-Z κι η παρέα του κέρδισαν δύο Grammy για το "Run This Town", το οποίο περιέχει sample -με credit στον Alatas Athanasios όπως διαβάζω στο βιβλιαράκι του "Blueprint 3" (2009)- από το "Κάποια Μέρα Στην Αθήνα" του ξεχασμένου ελληνικού ψυχεδελικού γκρουπ των 70s με το ευφάνταστο όνομα Τα 4 Επίπεδα Της Ύπαρξης, οπότε δεν μπορεί να είναι κανείς σίγουρος για το πώς αξιοποιεί τις αγορές που κάνει από το Μοναστηράκι ο κάθε περαστικός Αμερικανός.

Όλα καλά με το "Video Games". Αυτό το ξέραμε από καιρό άλλωστε. Τόσο hype δεν ήταν δυνατόν να χτιστεί στο απόλυτο τίποτα. Οι προσδοκίες, όμως, για το άλμπουμ που δημιούργησε το εν λόγω κομμάτι είναι δυσθεώρητες κι η απουσία τουλάχιστον ενός εξίσου καλού track προσλαμβάνει υπολογίσιμες διαστάσεις, με τους συνειρμούς περί φούσκας να βρίσκονται προ των πυλών κατά την πρώτη ακρόαση. Δεν είναι κακό (για pop άλμπουμ), απλά οι στιγμές που επαληθεύουν τις προσδοκίες που δημιούργησε ο προπομπός του δίσκου είναι σαφώς λιγότερες από όσες θα θέλαμε. Αρκετές από τις μελωδίες είναι αρκετά συμπαθητικές και η παραγωγή με τις αψεγάδιαστες ενορχηστρώσεις και τα trip-hop στοιχεία βρίσκεται πολύ πάνω από το μέσο όρο. Από στίχους, όμως, βράσε όρυζα. «Money is the reason we exist / Everybody knows it / It's a fact, kiss kiss.» μας λέει στο (εκνευριστικό, ούτως ή άλλως) "National Anthem", κάνοντας τη Lily Allen να μοιάζει με διανοούμενη. Έχει χάρη που μας στέλνει φιλάκια και κάνουμε τα στραβά μάτια.

Συνοπτικά, στο "Born To Die" υπάρχει η κομματάρα ("Video Games"), υπάρχουν τα αξιοπρεπή ("Born To Die" και "Blue Jeans"), υπάρχουν εκείνα που έχουν μια ιδιαιτερότητα και με μπόλικα ακούσματα μπορεί και να σε κερδίσουν ("Off To The Races", "Radio", "Carmen" και "Million Dollar Man") και υπάρχουν κι οι αδιαπραγμάτευτες βλακείες ("Diet Mountain Dew", "National Anthem", "Dark Paradise", "Summertime Sadness" και "This Is What Makes Us Girls") που, …ουφ, τι να λέμε τώρα.

Το ενδιαφέρον με τον δίσκο είναι ότι, ενώ η κοπελιά έχει (απ’ ό,τι μας λέει) όλη την αγάπη, τη γλυκιά ζωή και τα καλά του κόσμου στα πόδια της, εκείνη τραγουδά «I wish I was dead» (στο αδιάφορο "Dark Paradise"). Όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί, η κατάθλιψη είναι μια ασθένεια που χτυπάει αδιακρίτως, από τον βασιλιά μέχρι τον ζητιάνο, ωστόσο, απ΄ όσο μπορώ να καταλάβω (χωρίς να είμαι ψυχίατρος), η περίπτωσή της περισσότερο με ένα επικαλούμενο ψευτομελόδραμα λόγω βαρεμάρας από τη ζωή μέσα στη γυάλα σχετίζεται, παρά με την κατάθλιψη. Έτσι, -καθώς είμαστε θετικοί άνθρωποι- μένουμε (για όσο λίγο «πρέπει» να μείνουμε) στη φωνή, τις χαριτωμένες ερμηνείες, τη μουσική και τους έξυπνους ήχους και δεν κόβουμε τις φλέβες μας που θα τη βλέπουμε να πουλάει με ρυθμούς πολυβόλου μέσα στη χρονιά. Οπλιστείτε με υπομονή και ετοιμαστείτε να εκτεθείτε σε μπόλικα κομμάτια από τον δίσκο. Μην αντιστέκεστε, είναι ανώφελο. Έχει ήδη πάει #1 στα μισά charts του κόσμου τούτου κι αυτό αρκεί για να ακουστεί, καθώς ο κόσμος θα το ζητάει.

Οφείλω, επίσης, να σας ομολογήσω ότι στην προσπάθειά μου να γράψω αυτό το κείμενο ακούγοντας παράλληλα τον δίσκο αντιμετώπισα κάποια προβλήματα υπνηλίας. Βλέπετε η μανταμίτσα ακούγεται slow ακόμη κι όταν γκαζώνει (για τα δικά της βραδυφλεγή δεδομένα). Κάπως έτσι είναι και οι ζωντανές της εμφανίσεις απ’ ότι βλέπω. Αψεγάδιαστη εικόνα, ελάχιστη κίνηση και συντονισμένη προσπάθεια να μη χυθεί ούτε σταγόνα ιδρώτα, να μη σπάσει κανένα νύχι και -φυσικά- να μη χαλάσει το μαλλί. Τα διαβάσατε κι από το Raccoon μας για το κράξιμο που τρώει για τη νευρική της εμφάνιση στο Saturday Night Live. Σίγουρα ήταν η καθοριστικότερη για την προώθηση του δίσκου της, αλλά εύκολα μπορεί κανείς να βρει ένα σωρό βιντεάκια από live της, όπου όλα δουλεύουν ρολόι.

Παράλληλα, κάτι μου λέει, ότι -όπως π.χ. η Madonna- έχει (αυτή και το management που κρύβεται πίσω της) το ταλέντο να ξέρει πώς να αξιοποιεί ακόμη και τα αδύναμα σημεία της. Η έλλειψη πλαστικότητας στη σκηνική της παρουσία προσδίδει επιπρόσθετο βάρος στο ύφος της πιωμένης femme fatale που αποτελεί το κεντρικό στοιχείο της persona της. Κι εκεί που τη φιξάρεις σα μια star από τη χρυσή εποχή του Hollywood της δεκαετίας του 1920, ξαφνικά μεταμορφώνεται σε μια 60s Lolita και σου ανανεώνει το ενδιαφέρον. Ομοίως, δίχως να έχει ιδιαίτερες φωνητικές δυνατότητες, ερμηνεύει με αρκετά μεγάλη ποικιλία. Από το «παγωμένο» ύφος του "Video Games" μέχρι τους λόξυγκες του "Off To The Races" (όπου, σαν αγόρι στην εφηβεία, πετάει πού και πού και κανένα κοκοράκι, καθώς ωριμάζει η φωνή του), τραγουδάει με κάθε πιθανή εκδοχή βαριεστημένου ύφους που μπορείτε να φανταστείτε. Έχει ιδιαίτερο στυλ, πάντως, κι αυτό από μόνο του είναι μισό γκολ στις μέρες μας.

Σε κάθε περίπτωση, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ανθρωποφαγία που βρίσκεται σε εξέλιξη με αντικείμενο το "Born To Die". Πιθανότατα λόγω του άκομψα υπερβολικού marketing που κλιμακώθηκε νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε και της «τρακαρισμένης» της εμφάνισης στο Saturday Night Live, οι κριτικές που λαμβάνει το άλμπουμ -απ’ ό,τι φαίνεται μέχρι ώρας τουλάχιστον- είναι υπέρ το δέον αρνητικές. Όλοι εκείνοι που μας τα είχαν κάνει zeppelin για το πόσο σπουδαία περίπτωση είναι η Lana Del Rey, τώρα έχουν πέσει να την κατασπαράξουν. Φιλική συμβουλή: μην τους πολυπιστεύετε, το άλμπουμ δεν είναι όσο κακό έχουν πέσει με το ζόρι να μας πείσουν ότι είναι. Ακούστε και κρίνετε και μόνοι σας.

Από την άλλη μεριά, από καιρό είχε φανεί ότι επρόκειτο για μια προδιαγεγραμμένη -σχεδόν αναπόφευκτη- εμπορική επιτυχία. Κι απέναντι σε αυτό το δίπολο (κριτικής κατακραυγής και εμπορικής επιτυχίας), εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς ότι η αλήθεια -όπως πάντα- βρίσκεται κάπου στη μέση. Χωρίς όλη αυτή τη φανφάρα, ο δίσκος θα είχε σαφώς μικρότερη εμπορική επιτυχία και πιθανότατα θα απολάμβανε μια ευρύτερη κριτική αποδοχή. Εσείς τι νομίζετε ότι προτιμά η ίδια, ο μπαμπάς κι η εταιρεία της; Προσωπικά πιστεύω πως μια χαρά τους ήρθε όλος ο (θετικός κι αρνητικός) ντόρος, αφήστε που από τώρα ξέρουν τι θα πραγματεύεται ο επόμενος δίσκος της.

Τι είναι λοιπόν το "Born To Die"; Πολλές ψευδεπίγραφες αλήθειες, πολλά αληθοφανή ψεύδη και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για μελέτη των καλών και των κακών προεκτάσεων του υπερβολικού marketing. Κάτι τρέχει με τη Lana Del Rey. Οπωσδήποτε κάτι τρέχει μαζί της.
  • SHARE
  • TWEET