Jack White

Lazaretto

Third Man (2014)
Από τον Θοδωρή Ξουρίδα, 06/06/2014
Μέσα από ένα πλέγμα αντιθέσεων, το στιχουργικό και το μουσικό περιεχόμενο του "Lazaretto" συνδέονται αριστουργηματικά, απογειώνοντας το τελικό αποτέλεσμα
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;
«Υπάρχει μια φωνή μέσα μου που μου λέει να μειώσω τους ρυθμούς μου, αλλά δεν αισθάνομαι καθόλου πιεσμένος», δήλωνε ο Jack White το φθινόπωρο του 2009, βρισκόμενος στο εξώφυλλο του περιοδικού Uncut ως η μορφή της δεκαετίας που αισίως τελείωνε. Έκτοτε συνέβησαν πολλά και διάφορα, καθώς μεσολάβησαν τεσσεράμισι χρόνια. Οι Dead Weather κυκλοφόρησαν στα καπάκια τον όχι και τόσο καλό δεύτερό τους δίσκο, "Sea Of Cowards", οι White Stripes ανακοίνωσαν επισήμως το 2011 την διάλυσή τους, και ο ίδιος πήρε την μεγάλη απόφαση να ξεκινήσει προσωπική καριέρα με την κυκλοφορία του εξαιρετικού "Blunderbuss" το 2012. Προηγουμένως συμμετείχε στο "Rome" των Danger Mouse και Daniele Luppi, ασχολήθηκε βεβαίως-βεβαίως με το βινύλιο και την διατήρηση της μουσικής κληρονομιάς, ενώ στα τέλη του 2013 διέθεσε δύο νέα τραγούδια με τους Dead Weather, υποσχόμενος τρίτο δίσκο το 2015. Κάπως έτσι φτάσαμε στο σήμερα και την κυκλοφορία του δεύτερου προσωπικού του δίσκου, "Lazaretto".

Το συμπέρασμα που θα μπορούσε να βγει από την παραπάνω αναδρομή, είναι ότι μείωσε σοφά τη συχνότητα των κανονικών κυκλοφοριών του, αλλά όχι τους ρυθμούς της εν γένει ενασχόλησής του με τη μουσική, κάτι που αντανακλάται τόσο στον τίτλο του δίσκου, όσο και στην δημιουργική διαδικασία που οδήγησε σε αυτόν. Η ιδέα του λαζαρέτου ως απομονωμένου νησιού, κατάλληλου για καραντίνα, εξιτάρει τον White, καθώς όπως παραδέχεται ο ίδιος δεν μπορεί να μείνει άπραγος και να μην απασχολείται συνεχώς με κάτι. Αναφορικά με την δημιουργική διαδικασία, ο καινούριος του δίσκος δουλεύτηκε και ηχογραφήθηκε σε μια περίοδο - ρεκόρ ενάμισι περίπου έτους, με την αφετηρία να βρίσκεται στην περιοδεία του "Blunderbuss". Αξιοπερίεργο είναι επίσης το γεγονός ότι πολλοί στίχοι προστέθηκαν σε ήδη έτοιμα κομμάτια, με αναφορές σε ανώριμα κείμενα του εφήβου John Gillis.

Στο "Lazaretto" συμμετέχουν κατά κύριο λόγο οι μουσικοί -άνδρες και γυναίκες- που συμμετείχαν στο "Blunderbuss" και συνόδευσαν τον White -ως Buzzards και Peacocks αντίστοιχα- στην περιοδεία που το ακολούθησε, ενώ μερικές ακόμη πινελιές προσθέτουν οι Dean Fertita (κιθάρα, Dead Weather), Ben Blackwell (τύμπανα) και Patrick Keeler (τύμπανα, Raconteurs). O δίσκος είναι αφιερωμένος, πιθανότατα κατά τον τίτλο του εναρκτήριου τραγουδιού, σε τρεις γυναίκες: την Florence Green, τελευταία επιζήσασα βετεράνο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου που πέθανε το 1992 σε ηλικία 110 ετών, την Μισιγκανοθρεμένη αναρχικό Voltairine de Cleyre, και την 'Amazing' Grace Hopper, πρωτοπόρο επιστήμονα κατά τα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Σε αυτό το κλίμα παρελθοντολαγνίας λοιπόν, το "Three Women" δανείζεται τον πρώτο στίχο από το "Three Women Blues" του Blind Willie McTell και η περιπέτεια ξεκινάει. Το κομμάτι πατάει γερά στα blues, ερωτοτροπεί με την country, παρουσιάζει τις προβλεπόμενες rock 'n' roll εξάρσεις, και χαρακτηρίζεται από παύσεις κι εναλλαγές, προαναγγέλλοντας με τον καλύτερο τρόπο τη συνέχεια. Σε παρόμοιο αλλά σκληρότερο και εν μέρει funk ύφος κινείται το εκρηκτικό ομώνυμο του δίσκου, όπου αρχικά τα riff και το solo κυριαρχούν, πριν τα βιολιά εξομαλύνουν την επικίνδυνη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Με χαμηλωμένη την ένταση και κατεβασμένες τις ταχύτητες το "Temporary Ground" θα κινηθεί σε country μονοπάτια, για να αλλάξει το κλίμα όσο χρειάζεται η Lillie Mae Rische στο μυστηριώδες ρεφρέν.

Για το επικό, δραματικό και σπαρακτικό "Would You Fight for My Love?" θα πω με πάσα βεβαιότητα ότι συγκαταλέγεται στις κορυφαίες ερμηνευτικές και συνθετικές στιγμές του White. Παρόμοιο στη δομή και το ύφος με "Carolina Drama", αλλά βαθύτερο στο νόημα και την προσέγγισή του, καθηλώνει τον ακροατή και διεγείρει τα συναισθήματα με τρόπο μοναδικό. Το πειραγμένο ορχηστρικό "High Ball Stepper" με τις χαρακτηριστικές κιθαριές του κυρίου White μας επαναφέρει στην πραγματικότητα, πραγματικότητα που συντηρείται και στο τυπικό, πλην ουσιαστικό, country / blues / rock του "Just One Drink". Η εκνευριστικά χαρωπή μελωδία του "Alone in My Home", έρχεται σε αντίθεση με την υπέροχη νότια μπαλάντα που ονομάζεται "Entitlement" και ρίχνει τους τόνους όσο χρειάζεται, προτού δοθεί το σύνθημα για την τελική επίθεση...

...η οποία εξαπολύεται με το "That Black Bat Licorice". Εδώ ο Jack εξοργίζεται, φτύνει τους στίχους, ακουμπάει τη κιθάρα πάνω στο βιολί δημιουργώντας ένα riff που στοιχειώνει, διατάζει, απειλεί (ή προειδοποιεί) και κανένας δεν φαίνεται ικανός να τον σταματήσει. Έχει βρει όμως τον ένοχο; Έτσι φαίνεται να πιστεύει τουλάχιστον στο "I Think I Found The Culprit", χωρίς πάντως να επαναπαύεται. Το τελευταίο φορτισμένο κομμάτι του δίσκου με τις κορυφώσεις του, την ευφυή του ενορχήστρωση και πρωτότυπη δομή των στίχων (το ρεφρέν προηγείται των κουπλέ) προετοιμάζει το έδαφος για τον επίλογο που πρόκειται να βάλει το πανέμορφο "Want And Able". Οι φωνές των πτηνών στην εισαγωγή του (από δίσκους που έπαιζαν κυνηγοί σε φορητά πικάπ προσπαθώντας να προσελκύσουν θηράματα) υπονομεύουν την χαλαρή του διάθεση, υπενθυμίζοντας παράλληλα για μια τελευταία φορά την εκκεντρικότητα του δημιουργού.

Όσον αφορά το στιχουργικό περιεχόμενο, ο White επιτυγχάνει για μία ακόμη φορά να προβοκάρει και να ενεργοποιήσει συναισθήματα, χρησιμοποιώντας εντέχνως μεταφορές και παραλληλισμούς. Κυρίαρχο μοτίβο είναι η επικράτηση του ενός μέρους επί του άλλου: του ενός φύλου σε σχέση με το άλλο, του ατόμου σε σχέση με το σύνολο, του Want σε σχέση με τον Able. Όσον αφορά δε το καθαρά μουσικό περιεχόμενο, χωρίς φυσικά να υποτιμάται η σημασία των μελωδιών, των ενορχηστρώσεων, των εκτελέσεων και εν τέλει των συνθέσεων αυτών καθεαυτών, ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στις εναλλαγές εντός των κομματιών αλλά και από το ένα κομμάτι στο άλλο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των αντιθέσεων, το στιχουργικό περιεχόμενο συνδέεται αριστουργηματικά με το μουσικό και το συνολικό αποτέλεσμα απογειώνεται.

Με την δεύτερη προσωπική του δουλειά ο Jack White καταφέρνει να ξεδιπλώσει και να ανασυνθέσει ολόκληρη τη μουσική κληρονομιά των Ηνωμένων Πολιτειών, συνδυάζοντας διαφορετικούς ήχους και όργανα (κιθάρες, πιάνο, βιολί), δημιουργώντας ένα δίσκο συνάμα διαχρονικό και μοντέρνο. Την ανωτερότητα του "Lazaretto" έναντι "Blunderbuss" ή όχι θα πρέπει την κρίνει ο χρόνος, αν και απάντηση στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι πολύ πιθανό να μην λάβουμε ποτέ. Το σίγουρο είναι ότι όπως και πριν από δύο χρόνια, ο White κάνει ένα ακόμη βήμα μπροστά, διατηρώντας αξιοκρατικά μία θέση ανάμεσα στους κορυφαίους. Χωρίς να χρειάζεται καμία βοήθεια στην σύνθεση και την παραγωγή, ούτε ένα τυποποιημένο single για να αναδειχθεί.
  • SHARE
  • TWEET