Από την πιο συγκινητική μελωδία έως τον πιο ενοχλητικό θόρυβο, πιστεύει βαθύτατα στην θεραπευτική ιδιότητα της μουσικής ως βιωμένη εμπειρία. Έχει αφιερώσει όλο τον ελεύθερο της χρόνο στο να ανακαλύπτει...
Hellripper
Coronach
Το ημερολόγιο γράφει η χρονιά του αλόγου, η καρδιά μας όμως γράφει η χρονιά της κατσίκας
Αν σε έπιανα να σου πω ένα παραμύθι για μια κατσίκα που ζει ήσυχη κι αμέριμνη στα Σκωτσέζικα highlands, τουλάχιστον φαινομενικά, το πρωί, αλλά όλη της τη μέρα σχεδιάζει μύχια πως θα εξαπλώσει το μήνυμα του σατανά στον πλανήτη, θα με πίστευες, γιατί όλα αυτά είναι εικόνες που οι διάφορες λαϊκές παραδόσεις έχουν αποφασίσει να μπλέξουν με βάση τη σημειολογία τους. Όχι πολύ μακριά από αυτή την περιγραφή, εκτυλίσσεται και η προσωπική ιστορία του James McBain, μόνο που στην περίπτωση αυτής της κατσίκας - όρο που χρησιμοποιεί για να περιγράψει το project του με όνομα Hellripper - η διδαχή δεν είναι αυτή του σατανά, μα του metal.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η μουσική παραγωγή ενός ανθρώπου που έχει μόλις στα τριανταένα του, κυκλοφορήσει ήδη τρεις δίσκους με πολύ πυκνές ενορχηστρώσεις ιδρωμένου speed metal στις οποίες έχει συνθέσει και ηχογραφήσει τα πάντα ολομόναχος. Πολλώ δε μάλλον, όταν ένας από αυτούς τους δίσκους είναι το εξαιρετικό "Warlocks Grim & Withered Hags". Εντός των ανελέητων ρυθμών περιοδείας στους οποίους έχει επιλέξει να κινείται, που εντάξει, εκεί τον συντροφεύουν κι άλλοι, αλλά δεν παύει να έχει οργώσει μερικές από τις μεγαλύτερες σκηνές της Ευρώπης όπου παντού καταλήγει θριαμβευτής, ο James κατάφερε να γράψει ακόμη έναν δίσκο, κι αυτή τη φορά, θα μιλήσω χωρίς αναμονές για τα προφανή, μας έχει δώσει με ευκολία την καλύτερη του δουλειά.
Το "Coronach" είναι ένας ύμνος στο ασταμάτητο black / speed / thrash ένα σύμπλεγμα ιδιωμάτων που έχει μόνο δύο επιλογές - να είναι μέτριο και επαναλαμβανόμενο ή καταιγιστικό. Δεν υπάρχει απολύτως καμία αμφιβολία πως η τελευταία δουλειά του Hellripper ανήκει στη δεύτερη κατηγορία - το δεν υπάρχει το εννοούμε, εφόσον έχει φροντίσει να μας κάνει μια εισαγωγή με τα "Kinchyle (Goatkraft & Granite)" και "Hunderprest" που τυχαίνει, σε ανάποδη σειρά βέβαια, να είναι και τα εναρκτήρια. Αδυσώπητες κιθάρες που άλλοι δεν έχουν σκεφτεί σε τριακτονταετή καριέρα, δεύτερα χορωδιακά φωνητικά, ο χαμός ο ίδιος. Τα riffs και οι εναλλαγές τους συμπεριφέρονται σαν παλιοί συμμαθητές σε ριγιούνιον πάρτι - θυμούνται, τσακώνονται, διαγωνίζονται, μα στο τέλος τα βρίσκουν απόλυτα στη μνήμη του τι έχουν περάσει μαζί. Χαρακτηριστικά ακούγονται παλιοί Opeth, και ένας φόρος τιμής σε παλαιότερους Tribulation - αλλά πολύ πιο γρήγορους. Ακόμη λίγη εισαγωγή με τις κυκλοφορίες αρχικά, του "Mortercheyn", που παρουσιάζεται λίγο πιο επικό και μεγαλόπρεπο - σωστό σκωτσέζικο γέννημα θρέμμα - αναζήτα το cowbell (ή μήπως goatbell, γι’ αυτή την κριτική;) εκεί στο τέλος. Αν μιλάμε όμως για επικό ήχο, το ομώνυμο "Coronach" τα διαλύει όλα κάνοντας το πέρασμά του από Bathory και epic metal αναφορές στην εισαγωγή του - κάποιος τρελός σαν εμένα θα άκουγε και λίγο λεβιαθανικούς Mastodon εδώ πέρα. To solo στα πεντέμιση λεπτά, ίσως να το ζήλευαν και λίγο οι Maiden, θα πω υπερβάλλοντας (ίσως όχι και τόσο). Α και έχουμε και πίπιζες, γιατί ποιος Σκωτσέζος κάνει το λάθος να μην αξιοποιήσει αυτό το τρομερό όργανο στη σύνθεσή του.
Η πορεία από τα πρότερα δύο στα τελευταία δύο κομμάτια, γίνεται πλήρως οργανικά με ίσως τη μεγαλύτερη μαεστρία που έχει επιδείξει μέχρι σήμερα ο Hellripper. Παραδείγματα σαν το "Baobhan Sith (Waltz of the Damned)", που είναι πράγματι γραμμένο σε ρυθμό βαλς σε πολύ, πολύ πιο γρήγορη ταχύτητα, και τον άρτια γραμμένο σε σύνθεση, λάθος γραμμένο σε σύνταξη, speed ύμνο "Blakk Satanik Fvkkstorm" με την punk / thrash του διάθεση, όσο περισσότερο τα ακούς και προσέχεις την κιθαριστική (κυρίως) λεπτομέρεια και την αλληλουχία των ιδεών του McBain, μένεις και χαζεύεις τι συμβαίνει μπροστά σου, το πας λίγο πίσω, σπας το σαλόνι, το ίδιο σαλόνι που ξεκίνησες να καθαρίσεις και τελικά κάνεις μοσπιτ με τη σφουγγαρίστρα στο σαλόνι. Κι αν θες μαθήματα για μπάσο, μην ανησυχείς, το "Sculptors Cage" σας έχει φροντίσει με εντυπωσιακή γραμμή που κρατάει όλη την αίγλη της εισαγωγής αλλά διατηρείται σε όλο το κομμάτι. Σε δική του σφαίρα, το μελωδικό "The Art Of Ressurection" θα σε κερδίσει αν είσαι του melodic death, είτε με την εισαγωγική του ατμόσφαιρα είτε με τη μετέπειτα, είτε με τις επώνυμες κιθαριστικές του μελωδίες.
Το "Coronach" είναι από αυτούς τους δίσκους που θέτουν έναν καλλιτέχνη στον ορίζοντα μουσικών οπαδών πέραν αυτών που είχε συνηθίσει, και αποκαλύπτουν την πραγματική δεινότητα του Hellripper, τώρα που πλέον έχει βγει εντελώς από το καβούκι του κι έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί για πόσα είναι ικανός. Δεν έχει λεπτό να περισσεύει, και τιμά το είδος του και το metal ολάκερο με μουσικό πάθος, επική στιχουργία που κάνουν το έργο του προσβάσιμο και από τυχόν οπαδούς άλλου τύπου metal με κοινό τόπο το επικό στοιχείο, όλα αυτά κάτω από ένα εξώφυλλο χάρμα οφθαλμών. Με ευκολία στις κορυφές του ακραίου metal για τη χρονιά.
