Faraj Risberg Rogefeldt

Faraj Risberg Rogefeldt

Self Released (2025)
Από τον Κώστα Σακκαλή, 21/01/2026
Κατά το ήμισυ κάνει απλώς τα βασικά του 70s hard rock άψογα, κατά το άλλο ήμισυ κάνει και κάτι παραπάνω
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Θα πρέπει να είσαι πολύ μυημένος/η για να πιάσεις από το όνομα κιόλας του συγκροτήματος κάποια στοιχεία για την ιστορία του. Αν το έκανες αγαπητέ αναγνώστη και αγαπητή αναγνώστρια, μπράβο σου, έχεις ψαχτεί με καλή μουσική στο παρελθόν. Γιατί αυτό σημαίνει ότι θα αναγνώρισες στα επώνυμα των Olle Risberg και Sartez Faraj τα δύο τρίτα του εξαιρετικού hard rock/blues συγκροτήματος Three Seasons. Ή πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, ίσως αναγνώρισες στον Faraj τον τραγουδιστή στο (κατά τη γνώμη μου καλύτερο) άλμπουμ των Siena Root "Far From The Sun". Η προσθήκη εδώ είναι ο πρωτοεμφανιζόμενος, στο βαθμό που μπορώ να γνωρίζω, κιθαρίστας Marcus Rogefeldt.

Από τα παραπάνω μάλλον δεν είναι έκπληξη η μουσική κατεύθυνση που ακολουθεί αυτό το σχήμα στην πρώτη του δουλειά. Το ίδιο μονοπάτι που όρισαν οι Siena Root και οι Three Seasons, το blues rock που έχει τις ρίζες του στα 70s και μπορεί με ευκολία να γίνεται πιο hard όπου θέλει ή να δανείζεται από το heavy psych όπου το κρίνει απαραίτητο, αυτό το μονοπάτι περπατάει και το εν λόγω τρίο. Ίσως η έκπληξη έρχεται εδώ από τη γλώσσα που χρησιμοποιούν αφού έχουν αποφασίσει να αφήσουν στην άκρη τα Αγγλικά προς χάριν της μητρικής τους. Και καλά κάνουν λέω εγώ, ας μην είμαστε όλοι θύματα του γλωσσικού ιμπεριαλισμού. Φυσικά αυτό ίσως ξενίσει κάποιους διεθνείς ακροατές όπως εμάς, αλλά η αλήθεια είναι από τη δεύτερη κιόλας ακρόαση συνηθίζεται απόλυτα. Εξάλλου μία σύντομη έρευνα αποκαλύπτει ότι ο Rogefeldt είναι γιός ενός επιτυχημένου μουσικού των 60s-70s ο οποίος ηχογράφησε ένα ιστορικό για τη χώρα του rock άλμπουμ ως από τα πολύ πρώτα τραγουδισμένα στα Σουηδικά.

Τα οκτώ τραγούδια του άλμπουμ δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες εκπλήξεις, τηρούν τον χαρακτήρα τους από την πρώτη νότα και μέχρι την τελευταία. Έχουμε riff-άτα τραγούδια βασισμένα σε ένα στιβαρό δίπολο μπάσο-ντραμς, με το πρώτο μέλος αυτού να αναλαμβάνει να ξεφύγει όπου χρειάζεται από τα απολύτως απαραίτητα δημιουργώντας μπασογραμμές που κάποιες φορές κουβαλάνε και το τραγούδι. Η κιθάρα έχει βέβαια τον πρωταγωνιστικό ρόλο και έχει πετύχει με ακρίβεια τον βρώμικο ήχο που περιμένει κανείς από ένα συγκρότημα με το βλέμμα του στα 70s (ή έστω την αναβίωσή τους). Ειδικά στα solo βρίσκεται στο στοιχείο της, ενώ και τα riff δεν είναι πρόχειρα, χωρίς όμως να παράγει κάποιο τόσο αξιομνημόνευτο που να ξεχωρίσει και να ανεβάσει ένα επίπεδο παραπάνω και το δίσκο. Αν προσθέσουμε σε αυτό ότι και οι φωνητικές μελωδίες είτε είναι, λόγω γλώσσας, δυσκολότερο να σου «κολλήσουν», είτε είναι πιο μετριοπαθείς εκ φύσης τους το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό αλλά όχι επιβλητικό.

Αυτό ίσως είναι και το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της δουλειάς. Είναι στα καλύτερά της όταν τα πράγματα είναι πιο ρευστά. Στις μεγαλύτερες συνθέσεις για παράδειγμα ή σε τραγούδια που το συγκρότημα είναι πιο χαλαρό από άποψη δομής. Για παράδειγμα τα "Rötter" και "Mar Än Tusen Ord" είναι τελικά πιο απολαυστικά αφού αφήνουν τους μουσικούς να βγάλουν την προσωπικότητά τους πιο ελεύθερα σε σχέση με τα "Skepnad" και "En Ny Dag" τα οποία παρότι φαίνονται, στο χαρτί, πιο προορισμένα για τη «βιτρίνα» του άλμπουμ, στην πραγματικότητα επειδή είναι πιο τυπικά στη σφιχτή δομή τους ακούγονται και κάπως πιο τετριμμένα.

Παρότι είναι άδικο να προσπαθήσουμε να κατηγοριοποιήσουμε το άλμπουμ με όρους άσπρου-μαύρου, η πραγματικότητα έχει πολλά ενδιάμεσα χρώματα, θα λέγαμε ότι το μισό άλμπουμ είναι καλοπαιγμένο, ξέρει να κάνει πολύ καλά τα βασικά ενός ήδη εξαντλημένου είδους και δίνει στον ακροατή ακριβώς αυτό που περιμένει αλλά τίποτα παραπάνω. Ενώ το άλλο μισό αφήνει να φανεί λίγο περισσότερο η προσωπικότητά τους, τους βρίσκει λίγο πιο χαλαρούς και, στα αυτιά μου, ακόμα πιο ενδιαφέροντες.

  • SHARE
  • TWEET