Daft Punk

Random Access Memories

Daft Life (Columbia) (2013)
Από τον Ιάσονα Τσιμπλάκο, 24/05/2013
«...καμιά φορά, το hype έχει δίκιο»
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;
Οι Daft Punk είναι ένα από τα ξεχωριστά εκείνα σύγχρονα μουσικά σχήματα που έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν το δυσθεώρητο εμπόδιο της ταμπέλας και να μην περιορίζονται στα στενά όρια ενός μονάχα fanbase, όπως οι περισσότερες μπάντες. Πέρα όμως από αυτή τους την ιδιότητα, συχνά τους αποκαλούν και πατέρες της EDM, electronic dance music δηλαδή, βαρύγδουπος τίτλος που, όπως όλοι οι βαρύγδουποι τίτλοι, μόνο κακό μπορεί να κάνει.

Από τα πρώτα βήματα της καριέρας τους, οι δύο Γάλλοι κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα σχεδόν cult following, που γιγάντωνε ολοένα με την επιτυχία της μπάντας, υποδαυλιζόμενο συνεχώς από τη ρομποτική μυθοπλασία που περιέβαλλε το ντουέτο αλλά και λόγω βεβαίως της ποιοτικής, εμπνευσμένης, ηλεκτρονικής τους μουσικής.

Οι δίσκοι των Daft Punk άνοιξαν νέους ορίζοντες στον χώρο, χαράζοντας μία νέα εποχή για την σύγχρονη χορευτική μουσική, αποδεικνύοντας πως το μόνο που χρειάζεσαι είναι μεράκι και ένα laptop. Καλά όλα αυτά, αλλά δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά βρισκόμαστε στο τώρα, που αυτή η «ελευθερία» που άφησαν ξαμόλητη οι Daft Punk έχει καταχραστεί από οποιαδήποτε σκοπιά και να το δεις, χάνοντας τις περισσότερες φορές την ουσία, αφού το ηλεκτρονικό και στην ουσία ψεύτικο στοιχείο έχει κατακλύσει τη σύγχρονη μουσική σκηνή. Η σημασία στη λεπτομέρια, το μεράκι και η έμπνευση, θεμελιώδεις αρχές πίσω από οποιαδήποτε δουλειά των Daft Punk, έχουν αντικατασταθεί από προχειροδουλέμενα single, προβλέψιμες μελωδίες και δομές, η ποιότητα των οποίων πλέον μετράται από το πόσο «βίαια» θα «drop the bass». Ένα χαός που δικαιολογημένα πλέον κριτικάρεται εντονότατα.

Οι πατέρες λοιπόν της EDM επέστρεψαν -οχτώ χρόνια μετά την τελευταία τους κανονική στουντιακή προσπάθεια- για να φέρουν τα πάνω κάτω στη σκηνή που εκείνοι έχτισαν, παίζοντας με άλλους κανόνες, φέρνοντας μία φρεσκάδα στον χώρο, με υλικό όμως από το χρονοντούλαπο. Όπως το θέτουν και οι ίδιοι, το χορευτικό κίνημα που προηγήθηκε των μπλιμπλικοκαταστάσεων των 90s ήταν η disco των 70s, σκηνή που στάθηκε ως κύριο μοντέλο για τη δημιουργία του "Random Access Memories".

Κοντά στη μία ώρα και ένα τέταρτο που διαρκεί ο δίσκος, οι Daft Punk συνεργάζονται με μία πληθώρα καλλιτεχνών που βάζουν τη δικιά τους ιδιαίτερη πινελιά στα κομμάτια. Η μεγαλύτερη όμως αλλαγή, και η πιο εμφανής, είναι η απόφαση του ντουέτου να χρησιμοποιήσει κανονικά όργανα για την ηχογράφηση του άλμπουμ, πράγμα που κάνει τον δίσκο αυτομάτως πιο προσβάσιμο και «ανθρώπινο», προσιοδιρισμός που κολλάει γάντι και με τις γενικότερες θεματολογίες των Daft Punk.

Το "Random Access Memories" ανοίγει εντυπωσιακά με το "Give Life Back To Music", μπαίνοντας κατευθείαν στο ψητό, τόσο από την άποψη παρουσίασης του μουσικού περιεχομένου του δίσκου, όσο και από την άποψη της γενικότερης νοοτροπίας και θεματολογίας του. Το στακάτο riff που το χαρακτηρίζει είναι έμπνευση του πολύ Nile Rodgers, ενός από τους κύριους συντελεστές του δίσκου και ηθικού αυτουργού της ταυτότητάς του. Ήταν το ήμισυ των Chic, θρυλικός παραγωγός, κιθαρίστας με εξαιρετικά χαρακτηριστικό και αναγνωρίσιμο παίξιμο, και στην ουσία ο δημιουργός κάθε disco κομματιού που έχει καταφέρει να φτάσει μέχρι το 2013, φέρνοντας την εμπειρία, αλλά και τη νοσταλγία που κουβαλά στην τελευταία αυτή δουλειά των Γάλλων. Σε όλα τα κομμάτια που συμμετέχει αναγνωρίζεις κατευθείαν το παίξιμό του με τα «one time only events», όπως έχει ονομαστεί, όπου κάθε φορά που παίζει ένα συγκεκριμένο μουσικό θέμα έχει κάτι το διαφορετικό, έστω και ένα μπουκωματάκι, ένα τσικ. Αυτό έρχεται σε ξεκάθαρη αντίθεση με τις προηγούμενες δουλειές των Daft Punk, όπου κάθε λούπα, κάθε σημείο κάποιου τραγουδιού είναι προσεγμένο στην εντέλεια, και όχι τόσο φλου και ρευστό όσο είναι το παίξιμο του Rodgers, εμφανίζοντας ξανά τον «ανθρώπινο» και «ατελή» χαρακτήρα του "Random Access Memories".

Στα υπόλοιπα κομμάτια που συμμετέχει ο Rodgers, "Lose Yourself To Dance" και "Get Lucky", στα φωνητικά κάνει εμφάνιση ο Pharell Williams, μία από τις σημαντικότερες μουσικές περσόνες της σύγχρονης μουσικής σκηνής, κυρίως  για τον ρόλο του ως παραγωγός με τους Neptunes. Εδώ όμως επιστρατεύεται το φαλτσέτο του σε δύο από τις πιο προσιτές στιγμές του δίσκου. Η πρώτη είναι ένα mid-tempo κομμάτι χαρακτηριζόμενο από το εθιστικό riff του Rodgers, πάνω σε ένα συκεκριμένο beat το οποίο είναι αδύνατον να μην σε κάνει να λικινιστείς, και η δεύτερη είναι ο προπομπός του δίσκου και σημαιοφόρος της πανέξυπνης και τεράστιας διαφημιστικής καμπάνιας του "Random Access Memories", το οποίο μου φαίνεται αδύνατον να μην το έχεις ακούσει (και αγαπήσει) ακόμα. Απλές συνταγές, ακολουθώντας τους κανόνες της disco με τις ευδιάκριτες μπασογραμμές, το απλό beat και το εθιστικό τσικιτσίκι της κιθάρας. Το πιο χορευτικό και up-beat κομμάτι του άλμπουμ και άξιο soundtrack του φετινού καλοκαιριού.

Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι συντελεστές. Ο Julian Casablancas των Strokes επιστρατεύεται για την ερμηνεία του "Instant Crush", προσωπικό αγαπημένο του δίσκου. Η γνωστή ένρινη φωνή του γίνεται αγνώριστη μέσα από τα φίλτρα των Daft Punk, κρατώντας όμως πάντα την ταυτότητά της. Το θέμα είναι πως είναι ό,τι καλύτερο έχει κάνει για τουλάχιστον μια οχταετία ο Αμερικάνος, παρουσιάζοντας μία εξαιρετικά πιασάρικη και ενδιαφέρουσα φωνητική μελωδία, με ρομποτικό ταμπεραμέντο, πλαισιωμένη από ωραίες synth μελωδίες. Το κομμάτι αυτό είναι ιδανικό να σταθείς και να δεις τη διαφορά που κάνουν τα πραγματικά drums σε κομμάτι των Daft Punk. Έπειτα έχεις τον Giorgio Moroder, έτερο θρύλο της disco σκηνής, λόγω της συνεισφοράς του με την εισαγωγή του synthesizer στις συνθέσεις του (όπως μας τα λέει και ο ίδιος στο intro του κομματιού του). Πρόκειται για ένα εννιάλεπτο, στην ουσία instrumental κομμάτι, το οποίο είναι άρτιο δείγμα της μουσικότητας που θέλουν να φέρουν στο προσκήνιο οι Γάλλοι. Το κύριο θέμα, παιγμένο με το synth του Giorgio, συνοδεύεται από διάφορα άλλα όργανα, μόνο και μόνο για να φτάσει σε ένα δυνατό κρεσέντο με τα τύμπανα να μπαίνουν με φόρα στη μίξη και να το καθιστούν ένα από τα highlight του "Random Access Memories".

Βέβαια, όλα τα παραπάνω δεν έχουν καμία σημασία αν δεν πιαστεί κανείς από το κεντρικό σημείο του δίσκου, το κομμάτι στο οποίο συγκεντρώνεται όλη η ουσία του "Random Access Memories", τόσο μουσικά όσο και θεματικά, το "Touch". Όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, το συγκεκριμένο κομμάτι χαρακτηρίζεται από μία πηγαία θεατρικότητα και θα χώραγε άνετα σε κάποια μουσική παράσταση. Αυτό φανερώνεται τόσο από την συναισθηματικά φορτισμένη ερμηνεία του εβδομηντάχρονου Paul Williams, όσο και από τις διάφορες, υπερβολικές (με την καλή έννοια) αλλαγές σε μουσικά είδη και tempo. Στα οχτώ λεπτά του κομματιού περνάμε από πολλά, πολλές φορές αντιθετικά, συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, χάρη στις προαναφερθείσες αλλαγές που περνάει από synth σε τρομπέτες, σε χορωδιές, για να (σε) τερματίσει απότομα και καταθλιπτικά με τα λόγια «touch, sweet touch, you've almost convinced me I'm real», σώζοντάς σε από τον βούρκο, περνώντας επιτόπου στο "Get Lucky".

Το θέμα είναι πως, αν εξαιρέσεις το "Get Lucky", o δίσκος κινείται σε αρκετά πιο μουντά και λιγότερα έντονα μονοπάτια, πράγμα που με ξάφνιασε (για να μην πω ενόχλησε) στις πρώτες ακροάσεις. Συνειδητοποιώντας όμως πως το κεντρικό θέμα του άλμπουμ περιστρέφεται γύρω από τη νοσταλγία -εξού και ο τίτλος του δίσκου- δεν θα μπορούσε, και δεν θα έπρεπε, να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Τα πιο ανθρώπινα συναισθήματα μάς τα παρουσίασαν ρομπότ.

Κλείνοντας, είναι αδύνατον να τελειώσεις κριτική των Daft Punk χωρίς να μιλήσεις για την παραγωγή. Τι να πεις όμως; Αψεγάδιαστη. Ας το αφήσουμε εκεί.

Τέλος, ο δίσκος είναι άκρως ερωτεύσιμος, και ακρόαση με την ακρόαση εντοπίζεις συνεχώς σημεία που ανεβάζουν την ποιότητά του κατακόρυφα. Το σχεδόν Infected Mushroom vibe του "Motherboard", τα ρομποτικά φωνητικά του "Doin' It Right", το επικό κλείσιμο του δίσκου με το ξέσπασμα του "Contact". Πρόκειται για άλλη μία άκρως ποιοτική δουλειά του γαλλικού ντουέτου που απλά μας δίνει καλή μουσική. Καμιά φορά, το hype έχει δίκιο.
  • SHARE
  • TWEET