Αντιλαμβάνεται τη μουσική άλλοτε ως μια εναλλακτική γέφυρα επικοινωνίας, άλλοτε ως ένα θέαμα βγαλμένο από το θέατρο των ονείρων κι άλλοτε ως έναν πόνο που οφείλει να βιώσει αναζητώντας μια κάποια λύτρωση....
Megadeth
Megadeth
Η νέα δισκογραφική δουλειά των Megadeth δεν θα μπορούσε να αλλάξει πολλά στη μεγάλη εικόνα των πραγμάτων, αλλά ως τέλος της διαδρομής είναι αξιοπρεπέστατη. Κι αυτό είναι παραπάνω από αρκετό.
Πολύ συχνά, όταν συνειδητοποιώ πως κάτι φτάνει στο τέλος του η σκέψη μου πάει στην αρχή, προσπαθώντας να φτάσει όσο πιο βαθιά στο παρελθόν μου επιτρέπει η μνήμη μου. Στην προκειμένη περίπτωση, όταν έφτασε στα χέρια μου το ομότιτλο και - κατά δήλωση τους - τελευταίο άλμπουμ των Megadeth, η πρώτη εικόνα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν η βιτρίνα του μικρού, συνοικιακού δισκάδικου της γειτονιάς μου, από αυτά που εξαφανίστηκαν πριν προλάβουμε να μεγαλώσουμε. Στην βιτρίνα του βρισκόταν η κασέτα μιας νέας κυκλοφορίας, με ένα προκλητικό εξώφυλλο και τίτλο “Youthanasia”.
Κάπως έτσι, η σχέση μου με τους Megadeth ξεκίνησε πριν από 30κάτι χρόνια, σε ένα εφηβικό δωμάτιο με κασέτες, πέρασε από τα φοιτητικά χρόνια με CD και παρέες, και παρέμεινε σταθερή και ξεχωριστή ως και σήμερα. Και, παρά το γεγονός ότι εδώ και παραπάνω από 15 χρόνια η δισκογραφική τους πορεία δεν με έχει ενθουσιάσει κι ο ορθολογικός μου εαυτός μου δυσκολεύεται να δει πόσο μπορεί να διαφοροποιηθεί αυτή η συνθήκη (δεδομένου ότι κάποια πράγματα δεν αλλάζουν πλέον), η αναμφίβολη αγάπη μου για τη μπάντα με κάνει να επιθυμώ ένα δισκογραφικό φινάλε που να αρμόζει στο όνομά της.
Κυκλοφορίες σαν το “Megadeth” συνοδεύονται αναπόφευκτα από τις παραπάνω μερολήψιες, οπότε θα προσπαθήσω να εστιάσω σε κάποια στοιχεία που θεωρώ ότι παίζουν ουσιαστικό ρόλο στο αποτέλεσμα. Ένα από αυτά είναι η παρουσία του Φινλανδούν Teemu Mäntysaari, ο οποίος έχει ήδη δώσει μια νέα πνοή στη μπάντα στις ζωντανές εμφανίσεις, κι αυτό συνεχίζει να αποτυπώνεται με την παρουσία του στο στούνιο. Δεν έγινε ξαφνικά ο Teemu καλύτερος από τον Kiko Loureiro ή από άλλους προκατόχους του, όπως ο Chris Broderick, αλλά έχει ένα στακάτο παίξιμο στα ρυθμικά του, και ένα τόσο καθαρό παίξιμο στα lead του, που τον κάνουν να μοιάζει ιδανικός παρτενέρ του Mustaine. Και οι κιθάρες έχουν πάντα έχουν πρωτεύοντα ρόλο στα τραγούδια των Megadeth, οπότε ο πρώτος εξτρά πόντος έρχεται από την απόδοση του.
Ο δεύτερος πόντος έρχεται πιο αναπάντεχα, αν αναλογιστούμε τόσο το υφολογικό πλαίσιο του “The Sick, The Dying… And The Dead”, όσο κυρίως τις δηλώσεις του ίδιου του Dave Mustaine, ο οποίος είχε ξεκαθαρίσει ότι προτιμάει την πιο thrashy πλευρά των Megadeth της δεκαετίας του ’80, παρά την πιο μελωδική προσέγγιση των 90s, κάτι που προσωπικά δυσκολεύομαι να κατανοήσω. Παραδόξως, το άλμπουμ έχει αρκετές 90s και early 00s αναφορές, που ανά στιγμές φέρνουν στο νου το “Countdown To Extinction”, το “The World Needs A Hero”, ή ακόμα και το “Hidden Treasures”. Σίγουρα σε πιο απλοϊκή μορφή και συνυπάρχοντας φυσικά με τις πιο αναμενόμενες thrash συνθέσεις, δημιουργώντας έτσι ένα σαφώς καλύτερο μίγμα.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, κι οι πιο thrash στιγμές είναι καλύτερες από μόνες τους, τουλάχιστον από αυτές του πρόσφατου παρελθόντος. Το “Tipping Point” είναι όσο δυναμικό χρειάζεται μια τέτοια σύνθεση, στο punkοthrash του “I Don’t Care” δεν γίνεται να μην απολαμβάνει κάποιος τον MegaDave όταν είναι έτσι τσαντισμένος όπως τον αγαπήσαμε, το “Let There Be Shred” επιβεβαιώνει τον τίτλο του και το πιο 80s από όλα “Made To Kill” είναι πολύ συμπαθητικό, με τον Dirk Verbeuren σε μεγάλα κέφια. Γενικά, το παίξιμο του Βέλγου είναι πολύ καλό και εδώ να πω «σεβασμό στον drummer του “Stabbing The Drama”». IYKY, που λένε και οι νέοι.
Την ίδια στιγμή, εγώ πάντα θα προτιμώ την πιο mid-tempo, heavy αλλά και μελωδική προσέγγιση τραγουδιών σαν αυτή που έχουν το “Hey God”, το “Puppet Parade” ή το “Another Bad Day”, παρόλο που όλο και κάτι θυμίζουν σε σημεία τους. Πχ είναι αδύνατον το βασικό riff του “Puppet Parade” να μη φέρει στο νου κάποιου το αντίστοιχο του “Almost Honest” ή να μη νιώσεις κάτι από το “This Was My Life” σε ένα σημείο του “Another Bad Day”. Σε καμία περίπτωση, πάντως, δεν νιώθω να περνάνε την νοητή κόκκινη γραμμή και επί της ουσίας αυτό που μένει είναι ωραίες κιθάρες, όμορφες Megadeth μελωδίες και ρεφρέν που σιγοτραγουδάω, μετά από καιρό.
Κάπου ανάμεσα στέκονται συνθέσεις σαν τα “Obey The Call”, “I Am War” και “The Last Note”, όλες έχοντας κάποια στοιχεία που είναι δυνατά και κάποια που ενδεχομένως θα μπορούσαν να είναι πιο ενδιαφέροντα, διατηρώντας ένα θετικό πρόσημο. Ειδικά το φορτισμένο κλείσιμο του “The Last Note”, το οποίο - πέραν του δυνατού του ρεφρέν - βρίσκει τον Mustaine να μας αποχαιρετά αγέρωχος και unapologetic όπως πάντα, λέγοντας “I came, I ruled and now I disappear”. Η δε ύπαρξη της διασκευής στο “Ride The Lightning” ως bonus track - που παρεμπιπτόντως δεν είναι καθόλου κακή - έχει περισσότερη ίντριγκα παρά με την ουσία, και πιθανότατα ακριβώς σε αυτό πόνταρε ο Dave, καθώς ο κόσμος που ενδιαφέρεται για την ίντριγκα είναι πάντα περισσότερος από τον κόσμο που ενδιαφέρεται για την ουσία.
Αν ακόμα κάποιος περιμένει μια απάντηση… Όχι, το κύκνειο άσμα των Megadeth δεν κοιτάζει στα μάτια, ούτε καν πλησιάζει τις σπουδαίες στιγμές της δισκογραφίας τους. Αλλά προσωπικά δεν είχα καμία τέτοια απαίτηση ή προσδοκία, όταν έλεγα πως θέλω ένα φινάλε που να τους αρμόζει. Και μόνο που βρίσκω περισσότερα στοιχεία που μου είχαν λείψει στις συνθέσεις τους τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τα αναμενόμενα πολύ καλά επιμέρους παιξίματα και την καθαρή παραγωγή, καθιστούν την ακρόαση του άλμπουμ στο σύνολο του τουλάχιστον ευχάριστη και πιο αβίαστη σε σχέση με τον προκάτοχό του. Σε μια μελλοντική κατάταξη της δισκογραφίας των Megadeth πιθανολογώ ότι το τελευταίο άλμπουμ θα είναι ψηλότερα από αυτό και πιο κοντά στο “Dystopia”, αλλά όχι πολύ ψηλότερα.
Η ετυμηγορία είναι θετική: Ο κύκλος μπορεί να κλείσει αξιοπρεπώς. Αλλά, ακόμα κι αν αλλάξει απόφαση ο Dave και δεν είναι αυτό το τέλος της διαδρομής, το διακύβευμα είναι μικρό. Μπορούμε, απλά, να απολαύσουμε το τέλος για αυτό που είναι, έχοντας πάντα να θυμόμαστε την αρχή.
