Trivium

In Waves

Roadrunner (2011)
Από τον Χρήστο Καραδημήτρη, 22/08/2011
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;
Όλοι όσοι έχουμε υπάρξει οπαδοί του heavy metal στην εφηβική μας ηλικία θα θέλαμε να ήμασταν ο Matt Heafy, ή τουλάχιστον να έχουμε το ταλέντο του. Οι περισσότεροι αγοράσαμε μια κιθάρα ή κάποιο άλλο όργανο και σκεφτήκαμε ότι με τους κολλητούς μας θα μπορούσαμε να φτιάξουμε μια αξιοπρεπή μπάντα, άλλοι δε προσπάθησαν να κάνουν και το βήμα παραπάνω. Αντιπαραθέστε την έκβαση των προσπαθειών αυτών με αυτά που έχει πετύχει ο 25χρονος Heafy και έχετε μια καλή εικόνα για το success story των Trivium, μιας μπάντας την αξία της οποίας πιστοποιούν αμφότεροι οι Metallica και οι Iron Maiden.

Ο Heafy και η παρέα του μέσω των Trivium, στα 19 τους, άλλαζαν το μοντέρνο metal με το "Ascendancy", έπαιξαν metal πρώτης κατηγορίας στο "The Crusade" και παρέμειναν με χαρακτηριστική άνεση σε αυτή στο "Shogun". Εξαιρώντας το πρώιμο και άγουρο "Ember To Inferno", που κυκλοφόρησε το 2003, οι Trivium κυκλοφορούν το τέταρτο στούντιο άλμπουμ τους, έχοντας κατορθώσει να αποτελούν μπάντα προτεραιότητας για έναν κολοσσό όπως η Roadrunner Records και έχοντας κατακτήσει ηγετική θέση στο σύγχρονο σκληρό ήχο.

Το "In Waves" σε πρώτη ακρόαση δείχνει να προσπαθεί να επιστρέψει ακόμα πιο κοντά στον ήχο του "Ascendancy", αλλά αυτό αποτελεί μια μάλλον επιφανειακή ανάγνωση του άλμπουμ, που διαθέτει στοιχεία από τις προηγούμενες δουλειές τους, αλλά καταφέρνει σε ικανοποιητικό βαθμό να παρουσιάσει το δικό του ήχο. Αρχικά, έχουν μειώσει τα τεχνικά σημεία σε σχέση με το "Shogun" και έχουν αυξήσει τα core, ειδικά στη riffολογία και στα φωνητικά. Εδώ, οι Trivium προσπαθούν περισσότερο από ποτέ να χωρέσουν όλες τις επιρροές τους μαζί, είτε είναι το κλασικό metal των Metallica και των Megadeth, είτε είναι το μελωδικό metal της δεκαετίας του '90 που ποτέ δεν έκρυψε ότι λατρεύει ο Heafy. Ακούστε προσεκτικά τις κιθάρες και θα βρείτε σαφείς αναφορές στους In Flames της περιόδου γύρω από το "The Jester's Race".

Τι πετυχαίνουν με αυτό το άλμπουμ; Να δώσουν μερικά ακόμα εξαιρετικά τραγούδια σύγχρονου metal, όπως είναι το καταπληκτικό ομώνυμο ή το "Inception Of The End" με τη δυνατή μελωδική γραμμή στο refrain, και να αποδείξουν ότι γράφονται ακόμα εξαιρετικά κομμάτια βασισμένα στη μεταλική βίβλο του "Countdown To Extinction", όπως το "Black" και το "Built To Fall", που αμφότερα σκίζουν. Καταφέρνουν να γράψουν γραμμές και σημεία που θα προκαλέσουν πανικό σε επερχόμενες συναυλίες και τεράστια circle pits στα μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ του 2012, όπως λόγου χάρη το riff στο κλείσιμο του "A Skyline's Severance" ή το refrain του "Dusk Dismantled". Ταυτόχρονα, επιτυγχάνουν να μην πέσουν στην παγίδα της επανάληψης και της τυποποίησης, δημιουργώντας ένα άλμπουμ που καταφέρνει να διαφοροποιεί το χαρακτήρα του από τους προκατόχους του, με τραγούδια όπως το "Watch The World Burn", που φέρνει λίγο σε Bullet For My Valentine, ή το μελωδικό κλείσιμο του "O All These Yesterdays". Τέλος, το σημαντικότερο είναι πως καταφέρνουν να κυκλοφορήσουν έναν πραγματικά καλό δίσκο που δικαιολογεί τη φασαρία γύρω από το όνομά τους και συμβάλλει στο να βγουν εκτεταμένα στο δρόμο και να τον υποστηρίξουν, όπως πολύ καλά ξέρουν να κάνουν στο σανίδι. Στο πρώτο άλμπουμ χωρίς τον Travis Smith πίσω από τα τύμπανα, αλλά με τον Nick Augusto να αποδεικνύεται άξιος αντικαταστάτης, είναι για μια ακόμα φορά η κιθαριστική δουλειά των Heafy και Beaulieu που ξεχωρίζει, σε ένα από τα καλύτερα δίδυμα στο metal σήμερα.

Από την άλλη, ενδεχομένως σε σημεία να χάνεται η ομοιογένεια, κάτι που οφείλεται στην προσπάθεια της μπάντας να συγκεράσει φαινομενικά ετερόκλητα στοιχεία, αλλά κυρίως στο μεγάλο αριθμό τραγουδιών που περιέχονται στο άλμπουμ, καθώς η limited edition (που εννοείται όλοι θα προτιμήσουν και για το ενδιαφέρον DVD) περιέχει -ούτε λίγο, ούτε πολύ- 18 συνθέσεις. Όμως είναι αυτή η ποικιλομορφία που εν τέλει δίνει ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον στο άλμπουμ και κυρίως το γεγονός πως οι συνθέσεις στην πλειονότητα τους είναι τόσο καλές που αφήνουν το τελικό αποτέλεσμα ανεπηρέαστο. Αν, δε, αφαιρεθούν η διασκευή στο "Slave New World" των Sepultura και το "Shattering The Skies Above", που προέρχονται από προγενέστερες ηχογραφήσεις, και τα τρία intros-outros, στις 13 συνθέσεις υπάρχουν ενδεχομένως fillers, αλλά όχι κακά κομμάτια. Απλά θεωρώ πως με την καθοδήγηση μιας τόσο έμπειρης εταιρείας και ενός παραγωγού όπως ο Colin Richardson θα μπορούσαν να έχουν παρουσιάσει ένα πιο συμπαγές σύνολο, στο οποίο, κρατώντας μόνο τις καλύτερες στιγμές, το αποτέλεσμα θα ήταν ακόμα εντυπωσιακότερο.

Συνολικά, το "In Waves" είναι ένα εξαιρετικό άλμπουμ, που θα ευχαριστηθούν οι οπαδοί της μπάντας και το οποίο στέκεται αντάξια δίπλα στην προηγούμενη δισκογραφία της. Θα τους κρατήσει στην επικαιρότητα, χωρίς να κερδίσει οπαδούς από τον πιο κλασικό ήχο, όπως έκανε το "The Crusade", ενώ μάλλον θα ικανοποιήσει όσους κλίνουν περισσότερο στο "Ascendancy". Εν τέλει, θα πιστοποιήσει για μια ακόμα φορά πως οι Trivium είναι μπαντάρα.
  • SHARE
  • TWEET