Arcade Fire

Reflektor

Merge (2013)
Από τον Παντελή Μαραγκό, 29/10/2013
Σαν να μην τρέχει τίποτε μετά το Grammy, έφτιαξαν ακόμη ένα αξιοθαύμαστα φιλόδοξο σύνολο με ψυχή, ρυθμό και ιδανικές αναλογίες μεταξύ του γνωστού, του νέου και του απροσδόκητου
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;
Έρχονται στιγμές στη ζωή κάθε ανθρώπου που αποδεικνύονται καθοριστικές. Μια τέτοια ήταν για τον Win Butler, τον frontman των Arcade Fire, η επίσκεψη στην Αϊτή, τον τόπο καταγωγής της συζύγου του (και «frontwoman» στο group) Régine Chassagne. Θυμίζω ότι η Αϊτή υπήρξε η πρώτη ανεξάρτητη δημοκρατία Αφροαμερικανών και το μοναδικό κράτος που γεννήθηκε έπειτα από επιτυχημένη επανάσταση δούλων, αλλά μέχρι σήμερα -σχεδόν 210 χρόνια μετά τη διακύρρηξη της ανεξαρτησίας της- αδυνατεί να ορθοποδήσει, παραμένοντας η φτωχότερη χώρα του δυτικού ημισφαιρίου.

Όχι μόνο για το ζεύγος, αλλά για την μπάντα ολόκληρη, η επίσκεψη στα πανέμορφα, αλλά τόσο ταλαιπωρημένα εκείνα χώματα της Καραϊβικής υπήρξε μια αποκαλυπτική εμπειρία. Μια συναυλία στο Port-au-Prince μπροστά σε ένα μικρό κοινό και η συναναστροφή με τους ντόπιους, που όχι απλά αγνοούσαν τη δική τους μουσική, αλλά μέσα στην εξαθλίωσή τους δεν είχαν ακούσει πολύ βασικότερα πράγματα, όπως οι Beatles και οι Rolling Stones, στάθηκε αφορμή για να επαναπροσδιορίσουν πολλά πράγματα.  Αλληλεπιδρώντας με ένα «παρθένο» κοινό, ένιωσαν την αξία της απελευθερωτικής ενέργειας και της ευφορίας που πηγάζει από το χορό και επανεκτίμησαν πολλά πράγματα στον τρόπο γραφής τους.

Έτσι, μπορεί πολλά στο τέταρτο (το πρώτο διπλό) άλμπουμ των Καναδών να παραπέμπουν στο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης (το εξώφυλλο, οι τίτλοι ορισμένων κομματιών, το τιμημένο με Χρυσό Φοίνικα "Orfeu Negro" (1959) ως βάση για το lyric video του "Afterlife" και το full album stream, που δόθηκε πριν λίγες ημέρες στη δημοσιότητα), αλλά ο μύθος εκείνος εντοπίζεται μόνο εφαπτομενικά στο "Reflektor" και τελικά η γνωριμία των Arcade Fire με την Αϊτή (αλλά και την Τζαμάικα) αποδεικνύεται σαφώς καθοριστικότερη.

Kομμάτια όπως το "Flashbulb Eyes" ή το "Here Comes The Night Time" μπορεί να ξαφνιάζουν (ή και να ξενίζουν ακόμη) στο πρώτο άκουσμα, αλλά τελικά, εκεί ακριβώς βρίσκεται η ψυχή του "Reflektor", ενός άλμπουμ που -απροσδόκητα για πολλούς- βασίζεται στο ρυθμό και στη λυτρωτική δύναμη του χορού. Η προσέγγιση θυμίζει τα «χαρμόσυνα» των Flaming Lips, ενώ σύμφωνα με δηλώσεις του Win Butler, ο δείκτης για το εάν το κάθε ένα από τα περίπου 60 κομμάτια που ηχογράφησαν (εδώ συναντούμε 13 από αυτά) πήγαινε προς τη σωστή κατεύθυνση, ήταν το αν θα χτύπαγε ρυθμικά το πόδι του ο James Murphy (LCD Soundsystem), ο οποίος εκτελεί χρέη συμπαραγωγού εδώ, δίπλα στον τακτικό τους συνεργάτη Markus Dravs.

Για τον Butler, οι αφρικανικοί ρυθμοί και τα voodoo ως βασικοί κώδικες επικοινωνίας στην Αϊτή υπήρξαν μια κοσμογονία, δίχως την οποία το "Reflektor" δεν θα έβγαινε ποτέ. Όπως δήλωσε, καθώς βίωνε τον τοπικό πολιτισμό και χόρευε φορώντας μάσκα, ένιωσε να μειώνεται το χάσμα μεταξύ του σώματος και του πνεύματός του. Αν θυμηθούμε το "Μy Body Is A Cage" από το "Neon Bible" (2007), καταλαβαίνουμε πόσο σημαντικό είναι αυτό στην περίπτωσή του...

Προσωπικά έμαθα τους Arcade Fire μέσα από ένα cd με τα «καλύτερα της χρονιάς» που είχε δώσει το περιοδικό Q στο τέλος του 2004. Το κομμάτι από το "Funeral" που είχε συμπεριληφθεί σε εκείνο το απίθανο compilation (καταπληκτική μουσική χρονιά το 2004, παρεμπιπτόντως) ήταν το "Neighborhood #2 (Laïka)" κι από εκεί θυμάμαι ότι ο χορός υπήρχε εξ αρχής στα κομμάτια τους (ας είναι καλά η Régine). Οι φανατικοί τους φίλοι σίγουρα θα θυμούνται τους γείτονες να χορεύουν στο ρυθμό του φάρου του περιπολικού που ήρθε να μαζέψει τα ασυμάζευτα στη συγκλονιστική ιστορία του Alex:

«When daddy comes home you always start a fight,
so the neighbors can dance in the police disco lights»

Μόνο που εκείνος ήταν χορός αγχωτικός, όπως κι ο αντίστοιχος του "No Cars Go" από το "Neon Bible" (2007, πρώιμη έκδοση στο EP του 2003) ή ο άλλος του "Ready To Start" από το "Suburbs" (2010). Όλοι αυτοί ήταν χοροί της πνιγηρής ζωής των προαστίων που περιγράφεται με τόση ακρίβεια στα τραγούδια τους: όλα καλά κι όλα ωραία και μια βιτρίνα φαινομενικά τέλεια, αλλά εντός των τοιχών, τα πράγματα είναι αλλιώς, όπως στο τιμημένο με Oscar "American Beauty" (1999).

Με το "Reflektor" οι Arcade Fire βγαίνουν από το καβούκι τους κι απευθύνονται σε όλον τον κόσμο με τον τρόπο που οφείλουν να κάνουν οι κάτοχοι Grammy (το "Suburbs" τιμήθηκε στην κατηγορία «άλμπουμ της χρονιάς» προ διετίας). Αυτήν τη φορά -μέσω Αϊτής και με κομμάτια όπως τα "Here Comes The Night Time", "Flashbulb Eyes", "Afterlife" κ.ά.- μας φέρνουν έναν χορό εξωστρεφή, απελευθερωτικό και καλοκάγαθο. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι τον περασμένο Απρίλιο ο Win και η Régine έγιναν γονείς και η υποχρέωση του «keep mommy happy» ήταν επιβεβλημένη, ιδιαίτερα όταν έχει να κάνει κανείς με την, ούτως ή άλλως, χαρωπή Régine.

Αλλά, ας μην «ανακατεύω» άλλο το sequencing του άλμπουμ. Καλύτερα να δούμε τα κομμάτια με τη σειρά που παρουσιάζονται, όπως αρμόζει στην πιο πολυαναμενόμενη κυκλοφορίας της χρονιάς (μαζί με τα "M B V" των My Bloody Valentine, "Random Access Memories" των Daft Punk, "The Next Day" του David Bowie και "Yeezus" του Kanye West, εννοείται).

Όσα προανέφερα δεν είναι σαφή στο "Reflektor", το πρώτο single του άλμπουμ. Υπάρχουν τα κρουστά της Καραϊβικής (για το άλμπουμ έχουν επιστρατευτεί δύο μουσικοί από της Αϊτή), το παιχνιδιάρικο μπάσο και ένα «world music» γύρισμα στα 02:21 (μοιάζει βγαλμένο από το "Graceland" (1986) του Paul Simon και υπογραμμίζεται υπέροχα από βαρύτονα σαξόφωνα), αλλά δύσκολα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για άμεση παραπομπή στο rara της Αϊτής ή τη reggae της Τζαμάικα.

Τι να πρωτοπεί κανείς για αυτό το απίθανο κομμάτι; Κανονικά θα έπρεπε να γραφτεί μια εκτενέστατη κριτική μόνο για αυτό. Θυμίζω ότι, σύμφωνα με το μύθο, όταν ο Ορφέας -«ο πατέρας των τραγουδιών» κατά τον Πίνδαρο- έχασε την αγαπημένη του Ευρυδίκη από δάγκωμα φιδιού, έπαιξε τόσο σπαρακτικά τραγούδια και ερμήνευσε με τόσο θρήνο, που όλοι οι Θεοί δάκρυσαν. Έτσι, κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο και με τη μουσική και το τραγούδι του έγινε ο μοναδικός που κατάφερε να απαλύνει την καρδιά του Αδη και της Περσεφόνης.  Αυτοί συμφώνησαν να αφήσουν την Ευρυδίκη να επιστρέψει μαζί του στη Γη, υπό τον όρο ότι μέχρι να ανέβουν στον Άνω Κόσμο, ο Ορφέας θα περπάταγε μπροστά της χωρίς να την κοιτάξει. Ωστόσο, εκείνος από την αγάπη, τη χαρά και την προσμονή του αθέτησε την υπόσχεσή του και η Ευρυδίκη επέστρεψε στον Άδη.

Η αναπαραγωγή της σκοτεινής ατμόσφαιρας είναι συγκλονιστική και τη ζήλεψε ακόμη κι ο Bowie, ο οποίος συμμετέχει στο κομμάτι. Το 90s house πιανάκι στο τέλος και η Régine κλέβουν την παράσταση «μεταξύ της νύχτας και της αυγής, ανάμεσα στα βασίλεια των ζωντανών και των νεκρών»:

«Entre la nuit, la nuit et l'aurore
Entre le royaume des vivants et des morts»

Σε μια αλληγορία του ανθρώπου που περνάει τη μέρα του μπροστά σε οθόνες, οι Arcade Fire κοιτάζονται στον καθρέφτη, περνούν στην αντίπερα όχθη («see you on the other side»), γίνονται η αντανάκλαση τους και βλέπουν το είδωλο του εαυτού τους μέσα από τις κόρες των ματιών τους. Παραφράζοντας τα λόγια των Massive Attack από το "Safe From Harm", θα μπορούσαμε να γράψουμε: «I was looking back to see if myself was looking back at me to see me looking back at him». Ένα απίθανο σχόλιο πάνω στη «reflective age» της ελλειμματικής προσοχής, όπου η πληθώρα των ερεθισμάτων προκαλεί διάθλαση της πληροφορίας σαν το φως που εκτρέπεται χτυπώντας στη disco μπάλα.

Στη limited edition του 12-ιντσου βινυλίου τα επί μέρους στάδια του κομματιού εμφανίζονται σαν ένα εικονικό tracklisting δεκατεσσάρων κομματιών (εφτά σε κάθε πλευρά). Μεγάλη δόση αυτοϊκανοποίησης εδώ, αλλά πώς να τους κακολογήσεις, όταν έχουν φτιάξει ένα τόσο φιλόδοξο track, που παρά την πυκνή δομή και τα επτάμισι λεπτά του καταφέρνει -χάρη στον Murphy- να ακούγεται τόσο ...pop;  Καλά για το video του Anton Corbijn τί να πρωτογράψει κανείς; Μου θύμισε εκείνες τις δύσπεπτες -αλλά πραγματικά αξέχαστες- "Αρμονίες του Βερκμάιστερ" ("Werckmeister Harmoniak" - 1999, Béla Tarr). Υπάρχει τόσο υπόβαθρο πίσω από αυτό το κομμάτι (οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι κύρια έμπνευση αποτέλεσε ένα δοκίμιο του Δανού φιλόσοφου Søren Kierkegaard από τα μέσα του 19ου αιώνα, υπό τον τίτλο "The Present Age"), αλλά θα σταματήσω εδώ για να μην σας στερήσω (όλη) τη χαρά της ανακάλυψης.

Η ατμόσφαιρα του «σκοτεινού» "We Exist" με το ηλεκτρικό μπάσο («ανιψάκι» του "Billie Jean";) είναι το κάτι άλλο. Εδώ μιλούν για κάποιον νεαρό χαρακτήρα που ανήκει σε κάποια μειονότητα (πιθανή -αλλά όχι ξεκάθαρη- αναφορά στην gay κοινότητα) και φοβάται τις διακρίσεις που θα υποστεί («Daddy it's true / I'm different from you / But tell me why they treat me like this?»). Ωραία, ενημερωμένη έκδοση του πυκνού ήχου που μας έχουν συνηθίσει. Και κάπου εκεί το κλίμα αρχίζει να γίνεται ελαφρύτερο και παραμένει έτσι μέχρι το τέλος του πρώτου δίσκου.

Το γεμάτο reverb Dub του "Flashbulb Eyes" είναι κάτι που δύσκολα θα περίμενε κανείς να ακούσει σε άλμπουμ των Καναδών. Αλλά ακόμη κι εδώ ο διάλογος συνεχίζεται. Μουσικά μεταφερόμαστε στην Αϊτή (ή στην Τζαμάικα;) και εκεί παρ' όλες τις συμφορές επικρατεί η ειλικρίνεια: «hit me with your flashbulb eyes / you know I've got nothing to hide» (έστω κι αν απευθύνεται σε μια κάμερα) - σε βαθύ contrast με το «we all got something to hide» του «πολιτισμένου» North American Scum (για να θυμηθούμε και τους σπουδαίους LCD Soundsystem) που γνωρίσαμε στο "Reflektor".

Βρισκόμαστε μόλις στο τρίτο κομμάτι και δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι όλες αυτές οι μουσικές ιδέες που στριμώχνονται σε κάθε track δυσκολεύουν την ανάδειξη ενός ύμνου από εκείνους για τους οποίους λατρεύτηκαν εξ' αρχής οι Καναδοί. Ωστόσο, είναι ξεκάθαρο ότι δεν είναι αυτός ο σκοπός τους εδώ.

Κομμάτια αυτού του τύπου οι Arcade Fire έχουν μπόλικα -κανένα group μετά το 2000 δεν έχει περισσότερα-, τα «πανυγηρτζίδικα» τους έλειπαν. Κι εδώ έρχεται το "Here Comes The Night Time" να δώσει τη λύση. Μου έχει μείνει αξέχαστη η εμφάνισή τους στο Benicassim το 2011 και το παρατεταμένο sing-along του κόσμου που κράταγε για ώρα μετά το τέλος κομματιών όπως το "Rebellion Lies" ή το "Wake Up". Ωστόσο, όσο αναπολώ τις ανατριχίλες εκείνων των στιγμών, άλλο τόσο θα ήθελα να βρεθώ σε ένα αναγεννησιακό γλέντι σαν αυτό που θα στήνεται εφ' εξής στο a-la Manu Chao πρωτόγονο κρεσέντο που ξεσπά μετά τα 04:25 του "Here Comes The Night Time". Ξέρετε, από αυτά που τώρα είσαι εδώ και την επόμενη στιγμή βρίσκεσαι 15 μέτρα μακριά, έχοντας ξεχάσει το όνομα και την ημερομηνία γέννησής σου. Δεν το παίρνεις με τη μία στα σοβαρά το κομμάτι αυτό, αλλά αν μεταφερθείς νοερά σε μια συναυλία τους με 60.000 κόσμο γύρω σου, η χρησιμότητά του θα σου γίνει ξεκάθαρη.

Βέβαια, μην περάσει από το μυαλο σας ότι ξαφνικά οι Arcade Fire έγιναν αλαφροΐσκιωτοι γλετζέδες (εντάξει, ο Richard Reed Parry πάντα τέτοιος ήτανε...). Εν μέσω μιας καρναβαλικής φιέστας που εναλλάσσεται με ένα groovαριστό lovers rock, το εν λόγω track μας περιγράφει το δράμα μιας χώρας χτυπημένης από όλες τις συμφορές (αρρώστειες, λιμοί, σεισμοί, πολιτική αστάθεια). Η φούρια με την οποία σπεύδουν στο κρεσέντο παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο οι άνθωποι στην πάμφτωχη Αϊτή τρέχουν στα καταλύμματά τους όταν αρχίζει να σουρουπώνει, καθώς ελάχιστοι έχουν πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα.

«When the sun goes down, you head inside
Cause the lights don't work
Yeah nothing works - they say you don't mind»

Η στροφή πριν την κλιμάκωση, με το απίθανο μπασο, τα κρουστά, το πιανάκι, την φόρτιση και την αποφόρτισή της είναι συγκλονιστική και ακολουθεί κατά γράμμα τους υπέροχους στίχους. Πραγματικά δεν το χορταίνω. Και μέσα στον κακό χαμό ενός φαινομενικού καρναβαλιού, το «χώσιμο» προς όλους εκείνους που δεν κάνουν τίποτε για να βρει το δρόμο της η Αϊτή:

«Now the preachers they talk up on the satellite
If you're looking for Hell, just try looking inside»

Το momentum που χτίστηκε διατηρείται στο ωμό "Normal Person", όπου ακούγονται σαν τους Pixies με όλο εκείνο το contrast της εναλλαγής μεταξύ «σιγανού και δυνατού» που γέννησε τους Nirvana του "Nevermind" (1991). Tο απλό, παιχνιδιάρικο, lo-fi riff είναι από τα καλύτερα που έχουν γράψει και σε κάνει να πηδάς προς το ταβάνι, υψώνοντας τα γόνατα για να παρατείνεις την πτήση. Ο στίχος «I never met a normal person» κλείνει το μάτι για ακόμη μια φορά στο «We all got things to hide» του "Reflektor" (και έλα να του πεις ότι έχει άδικο αυτήν την φορά...).

Και κάπου εδώ έρχονται τα δύο πιο προσβάσιμα κομμάτια του δίσκου. Στο "You Already Know" έχουμε μια συνάντηση των Smiths (και υπόκλιση στο παίξιμο του Johnny Marr) με τους Clash του "Sandinista!" (1980). Υπάρχει και μια χαριτωμένη λεπτομέρεια εδώ. Ήταν το 2007 όταν οι Καναδοί πήγαν να παίξουν στο show του (φλώρου) Jonathan Ross στο BBC. Χωρίς να έχουν πολυκαταλάβει με ποιους είχαν να κάνουν, οι Άγγλοι έβαλαν τον Win Butler να κάθεται μαζί με την «πλέμπα» στη βιτρίνα του green room, λες και πρόκειται για τους κοσμικούς του Dancing With The Stars ή για τη Eurovision. Μοιραίο ήταν ο Butler να τα σπάσει αφού ολοκλήρωσαν την εμφάνισή τους. Ποιός θα το περίμενε ότι ο Win θα ένιωθε τόσο περήφανος για εκείνη τη μέρα που θα την επανέφερε στο "Reflektor": ο Ross ακούγεται στην αρχή και στο τέλος του κομματιού...

Παρά την punk εισαγωγή, τo "Joan Of Arc" θα μπορούσε (με ένα κατάλληλο radio edit, που όπως μας απέδειξαν με το "Reflektor" δεν τους πολυενδιαφέρει, βέβαια), να είναι ένα από τα χιτάκια τους μέσα από ένα άλμπουμ, όπου τουλάχιστον τα μισά tracks έχουν αντίστοιχες προοπτικές. H ιστορία της Ιωάννας της Λωραίνης («First they love you / Then they kill you / Then they love you again») δίνεται σε μια χαριτωμένη μελωδία με καταπληκτικό μπάσο και την Régine να παίζει κομβικό ρόλο. Κάλλιστα θα μπορούσε να βρίσκεται στο "Suburbs" (2010). Με αυτό «κλείνει» το πρώτο cd και επικυρώνεται το πιο ζωντανό σύνολο που μας έχουν δώσει μέχρι σήμερα. Σαν να τους έχεις δίπλα σου να παίζουν.

Είναι σαφές, πλέον, ότι στο "Reflektor" δεν υπάρχουν οι ανατριχίλες που συναντά κανείς στις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, αλλά η απουσία τους περισσότερο πιστώνεται, παρά χρεώνεται στην μπάντα, καθώς σε κανένα σημείο δεν επιζητούν εκείνη τη δραματουργία. Οι ομοιότητες με το ιστορικό "Funeral" (2004) ολοκληρώνονται στα εφτά δευτερόλεπτα στις εισαγωγές των εναρκτήριων κομματιών των δύο άλμπουμ.

Το δεύτερο μέρος ξεκινάει υποτονικά με το "Here Comes The Night Time II", το οποίο δεν έχει καμία σχέση με το πρώτο, περάν του ότι μας γυρίζει στο δράμα της Αϊτής. Μαζί με το "Flashbulb Eyes" είναι τα μόνα κομμάτια με διάρκεια μικρότερη των τριών λεπτών. Διευκρινίζεται ότι τα εννιά από τα δεκατρία (+ μία κρυφή περίληψη στην αρχή) κομμάτια του "Reflektor" ξεπερνούν τα πεντέμησι λεπτά.

Στο "Awful Sound (Oh Eurydice)" έχουμε μια από εκείνες τις κολοσσιαίες στιγμές των Arcade Fire που είναι φτιαγμένη για sing-along. Τίποτε δεν προμηνύει την εξέλιξη του κομματιού που ξεκινά με ένα ιδιαιτέρως ευρηματικό ρυθμικό σετ που θυμίζει trip-hop. Ο Jeremy Gara κάνει εξαιρετική δουλειά στα τύμπανα καθ' όλη τη διάρκεια του άλμπουμ, αλλά εδώ δίνει τα ρέστα του. Και ξαφνικά ακριβώς στα μισά του κομματιού (02:59) κάνει μια χαρακτηριστική «Ringo Starr» αλλαγή και από εκεί και μετά τα πάντα φλερτάρουν με κλασσικά κομμάτια της δεύτερης περιόδου των Beatles, όπως το "Hey Jude" ή το "A Day In The Life" (το αεροπλάνο που πλησιάζει). Ωραιότατες slide κιθάρες, επίσης, αλλά δεν βλέπω τη σχέση με το μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης (ίσως το «I know there’s a way we can leave today / think it over»), αλλά, όπως είπαμε, ο μύθος αυτός εφάπτεται με χαλαρότητα στο άλμπουμ, παρά τις πολλές αναφορές.

Και μετά από αυτό είναι σαν να μπαίνουμε σε κάποιον δίσκο των LCD Soundsystem (ή των New Order πριν από αυτούς) με το "It's Never Over (Hey Orpheus)". Νεοϋορκέζικος ρυθμός και κοφτό ηλεκτρονικό drum 'n' bass riff και είναι ξεκάθαρο ότι έχει αναλάβει δράση ο James Murphy. O ίδιος, πάντως, ισχυρίζεται ότι τα κομμάτια δεν είχαν παραγωγό, καθώς «έβγαιναν» από μόνα τους... Πολύ χρήσιμο το break στη μέση, το οποίο επαναφέρει ακόμη πιο δυνατά το έξυπνο riff. Εδώ έχουμε τη μοναδική περίπτωση που η αναπαραγωγή του μύθου είναι αρκετά πιστή.  Το ντουέτο του Win με την Régine είναι βολικότατο για την αναπαραγωγή του μύθου και μας μεταφέρει με ανατριχιαστικό τρόπο στην ανάβαση του ζεύγους στον Άνω Κόσμο («Hey, Orpheus! / I'm behind you / Don't turn around / I can find you / Just wait until it's over / Wait until it's through»), αλλά και στο τέλος του Ορφέα («Boy they’re  gonna eat you alive», θυμίζω ότι ο Ορφέας κατασπαράχθηκε από τις Θρακικές Μαινάδες όταν περιφρόνησε τη λατρεία των Θεών και ιδιαίτερα του προστάτη του Διονύσου). Ακόμη ένα highlight.

Στο ίδιο μοτίβο, αλλά πιο αργό το ατμοσφαιρικό "Porno", το οποίο με τα ηλεκτρονικά και τις παραμορφώσεις του βρίσκεται έτη φωτός μακριά από το "Funeral" (2004), αλλά κάθε άλλο παρά στερείται ψυχής. Οι στίχοι «Little boys with their porno/ I know they hurt you so / They don't know what we know» θα μπορούσαν κάλλιστα να παραπέμπουν στην τσόντα που κατακλύζει τα σημερινά video clip, τα οποία έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο κόσμος τη μουσική στις ημέρες μας. Κι εκεί έρχεται η πικρή παραδοχή με τον Butler να τραγουδά γεμάτος αγωνία:

«But this is their world
Where can we go?
Makes me feel like something's wrong with me
Can you see me?»

Η κραυγή αγωνίας επαναλαμβάνεται («Can we work it out? / We scream and shout 'till we work it out») με πιο ζωηρό ρυθμό στο "Afterlife", που μοιάζει με ένα πιο radio-friendly αδερφάκι του "Reflektor" και είναι από τα πιο προσβάσιμα tracks του δίσκου.

«When love is gone,
Where did it go?
And where do we go?»

Φτάνουμε στο τέλος όπου μας περιμένει το αιθέριο "Supersymmetry". Κρουστά και ηλεκτρονικό μπάσο γεμάτα έξυπνες παύσεις δημιουργούν μια καταπληκτική ατμόσφαιρα, η οποία με λίγη φαντασία μοιάζει με μια υπερακοντισμένη high-tech εκδοχή του πονεμένου "Running To Stand Still" από το "The Joshua Tree" (1987) των U2. Υπέροχη παραγωγή και ένα τέλος αντάξιο ενός μεγάλου άλμπουμ.

Τι είναι, λοιπόν, το "Reflektor"; Ένας δίσκος που κατάγεται από ιστορικά «world music» άλμπουμ, όπως το "Remain In Light" (1980) των Talking Heads, το "My Life In The Bush Of Ghosts" (1981) του Brian Eno με τον David Byrne, ή το "Graceland" (1986) του Paul Simon και αποπνέει καλλιτεχνική ελευθερία, όντας απολύτως αντάξιος του ονόματος που έχουν φτιάξει οι Arcade Fire.

Μπορεί να είναι ένα άλμπουμ με ελιτίστικο υπόβαθρο, αλλά σε ανταμείβει πραγματικά αν το δεις από τη σωστή οπτική γωνία, ξεχνώντας τις προηγούμενες δουλειές τους. Η έντονα ρυθμική του διάθεση (χορευτική, με το δικό τους τρόπο, τουλάχιστον) σε βοηθάει να μπεις γρήγορα στο κλίμα, προτάσσοντας τα απολύτως βασικά: τον ιδρώτα και τη χαρμόσυνη απόλαυση της κίνησης.

Οι Arcade Fire ακροβατούν με χάρη προς κάτι νέο, ωθώντας τα όριά τους με φιλοδοξία και όλική απουσία συμβιβαστικής διάθεσης. Αυτή η μπάντα «τρέφεται» από το δημιουργικό πυρετό της και για αυτόν ακριβώς το λόγο είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε ακούσει την τελευταία δεκαετία.

Ποιός θα το φανταζόταν; Ένα συγκρότημα που, όταν ξεκίνησε, έμοιαζε με καντηλανάφτες (νεκροθάφτες, για την ακρίβεια) που «έπεσαν» από κάποια ξεθωριασμένη αναμνηστική φωτογραφία της εποχής του μεσοπολέμου, θα έφτανε στο σημείο να μας δώσει χορευτική μουσική με βάση τη discο! Παρ' όλα αυτά διατηρούν ακέραια τα χαρακτηριστικά για τα οποία τους αγαπήσαμε και δεν χωράει αμφιβολία ότι ο Murphy ήταν ο κατάλληλος για να εξασφαλίσει ότι η μετάβαση θα γινόταν με ομαλό τρόπο. Λειτουργεί σαν καταλύτης για τις φιλοδοξίες τους και αφήνει την ψυχή αυτής της μπάντας να αναδυθεί για ακόμη μια φορά.

Ας μην γράψω άλλα, τα πράγματα είναι απλά. Το "Reflektor" δεν είναι τίποτε λιγότερο από ακόμη ένας θρίαμβος των Arcade Fire.
  • SHARE
  • TWEET