Αντιλαμβάνεται τη μουσική άλλοτε ως μια εναλλακτική γέφυρα επικοινωνίας, άλλοτε ως ένα θέαμα βγαλμένο από το θέατρο των ονείρων κι άλλοτε ως έναν πόνο που οφείλει να βιώσει αναζητώντας μια κάποια λύτρωση....
Alter Bridge
Alter Bridge
Ο Wolfgang Van Halen δίνει τα κλειδιά των 5150 studios στους Alter Bridge κι αυτοί τον δικαιώνουν, με το ομότιτλο άλμπουμ τους να τους διατηρεί στην κορυφή του ήχου που πρεσβεύουν
Υπάρχει ένα σημείο στην πορεία των περισσότερων καλλιτεχνών που, στο βωμό του απαιτητικού επαγγελματισμού, σαν κάτι να χάνεται. Αυτό είναι συνήθως η σπίθα στα μάτια κι ο αυθορμητισμός, ο οποίος χαρακτηρίζει τα πρώτα τους βήματα, όσο είναι ακόμα πρωτίστως οπαδοί της τέχνης που πρεσβεύουν. Σχεδόν νομοτελειακά, προτεραιότητα γίνεται το να διατηρήσουν τα κεκτημένα, να διασφαλίσουν την οικονομική τους επιβίωση, να μην απογοητεύσουν την οπαδική βάση που με κόπο έχτισαν και όλα αυτά τα απολύτως κατανοητά. Παρόλο που οι Alter Bridge ανήκουν στην κατηγορία των συγκροτημάτων που διατηρούν ακέραιο το καλλιτεχνικό τους κίνητρο, τους παρουσιάστηκε μια ευκαιρία να αναζωπυρώσουν αυτή τη φλόγα, όταν ήρθε η ώρα να προχωρήσουν στη δημιουργία του όγδοου στούντιο άλμπουμ τους.
Η ευκαιρία αυτή ήρθε όταν ο - αρχικά οπαδός και μετέπειτα καλός φίλος τους - Wolfgang Van Halen τους πρότεινε να πάρουν τα κλειδιά θρυλικών των 5150 Studios, τα οποία έχτισε ο πατέρας του και στο οποίο ηχογράφησε όλα τα άλμπουμ των Van Halen από το "1984" κι έπειτα, και να κάτσουν όσο θέλουν για να συνθέσουν και να ηχογραφήσουν το νέο τους άλμπουμ. Αν κι έχω την αίσθηση ότι στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού (πόσο δε στη χώρα μας) έχουμε μια μικρή άγνοια για το πόσο τεράστια είναι η επιρροή του Eddie Van Halen στους rock μουσικούς στις ΗΠΑ, μπορώ μόνο να φανταστώ το δέος που προκάλεσε στους Mark Tremonti και Myles Kennedy η συνθήκη στην οποία βρέθηκαν. Ειδικά ο Myles ο οποίος ξεκίνησε να παίζει μουσική όταν μια μέρα πιτσιρικάς άκουσε το "Whole Lotta Love" και το "Eruption" και πλέον μπορεί να λέει ότι στην καριέρα του υπήρξε εκλεκτός του Jimmy Page και τώρα ηχογραφούσε στο στούντιο Eddie Van Halen. Θα μπορούσε να πάει μια τέτοια ευκαιρία ανεκμετάλλευτη;
Για να μην προτρέξει κανείς σε λανθασμένα συμπεράσματα, δεν είναι ότι οι Alter Bridge άλλαξαν κάτι τόσο δραστικά που να αλλοιώνει τον χαρακτήρα που έχουν διαμορφώσει ως τώρα, και η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχε καμία ανάγκη να κάνουν κάτι τέτοιο. Είναι, όμως, εμφανές πως ο Mark κι ο Myles έγραψαν τις κιθάρες τους λες και ήθελαν να κάνουν υπερήφανο το είδωλό τους, με αποτέλεσμα ένα από τα εντυπωσιακότερα κιθαριστικά hard rock άλμπουμ που έχουμε ακούσει τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα, εκμεταλλευόμενοι τις παροχές που τους δόθηκαν, έβγαλαν τον καλύτερο ήχο τους από την εποχή του "Fortress", εντυπωσιακά συμπαγή και ελαφρώς λιγότερο compressed από τους προκατόχους του. Κι όσον αφορά στα τραγούδια… Ελάτε τώρα, αυτοί οι τύποι πάντα ήξεραν πως να γράψουν καλά τραγούδια.
Η αλήθεια είναι πως στο "Alter Bridge" δεν υπάρχουν ακριβώς standout tracks, σαν αυτά που έγραφαν πιο συχνά στο παρελθόν (βλέπε πχ "Open Your Eyes", "Rise Today", "Isolation" κοκ), αλλά πρόκειται για ένα άλμπουμ που στηρίζεται κυρίως στην ομοιογένειά του, γεγονός που ενισχύεται από το ότι δεν υπάρχει σύνθεση που να υστερεί στη μια ώρα της διάρκειάς του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα βρει κάποιος συνθετική ποικιλία ακόμα και διαφοροποίηση, όπως πχ στο πιο proggy και εξαίσιο "Scales Are Falling" που έχει κάτι από Alice In Chains και Mastodon ή φυσικά στο κλείσιμο με το 9λεπτο "Slave To Master" που είναι ένα highlight από μόνο του, από εκείνα τα τραγούδια που μοιάζουν πολύ μικρότερα σε διάρκεια από όσο πραγματικά είναι. Η δε κιθαριστική δουλειά που έχει γίνει σε αυτό το τραγούδι είναι εξωπραγματική, με αποκορύφωμα τα δυο λεπτά συνεχόμενων solo πρώτα από τον Myles και μετά από τον Mark, πριν το τελείωμα του τραγουδιού.
Γενικότερα, το άλμπουμ είναι γεμάτο τρομερά riff, lead, solo κι αρμονίες σε μια απολαυστική κιθαριστική δουλειά. Ταυτόχρονα κάθε τραγούδι έχει κι ένα μεγάλο ρεφραίν και εξαιρετικές φωνητικές γραμμές πρωτίστως από τον Myles, αλλά κι από τον Mark. Κι αυτό διότι ο δεύτερος αναλαμβάνει το ρεφραίν του "Trust In Me" και την πλειονότητα των φωνητικών του "Trusted And Able", το intro του οποίου κοιτάζει προς Gojira μεριά και τις πιο heavy στιγμές των Tremonti, ενώ στο ενδιάμεσο ο Myles εμπνέεται από τον Neal Schon και τους Journey, σε ένα ενδεικτικό παράδειγμα των ετερόκλητων επιρροών που συχνά παντρεύουν. Σχεδόν στο αντίθετο άκρο, οι συγκρίσεις του "Hang By A Thread" με το "Watch Over You" μοιάζουν αναπόφευκτες, αλλά μάλλον το αδικούν, αφού είναι μια πολύ ωραία μπαλάντα ακόμα κι αν δεν ακουμπάει την σπουδαία σύνθεση μέσα από το "Blackbird". Αν, πάντως, έπρεπε να κάνω μια πρόβλεψη για τα τραγούδια που θα έχουν την περισσότερη απήχηση στους οπαδούς της μπάντας, θα επέλεγα τα υπέροχα και πολύ δυναμικά "Rue The Day" και "Disregarded", το διδακτικό "Power Down" και το πολύ μεστό πρώτο single "Silent Divide".
Δεν μπορεί να μη γίνει αναφορά στην πολύ ουσιώδη - ως και εντυπωσιακή - δουλειά που έχει κάνει το rhythm section των Brian Marshall και Scott Phillips, στηρίζοντας ιδανικά τους δυο πρωταγωνιστές, τους Kennedy και Tremonti, να βγαίνουν εναλλάξ στο προσκήνιο, είτε με τις κιθάρες είτε με τις φωνές τους. Όντας μια από τις ελάχιστες μπάντες πλέον που δεν έχουν αλλάξει κανένα μέλος τους από την δημιουργία τους ως και σήμερα 21 χρόνια μετά, είναι σαφές πως οι Alter Bridge ορίζονται από το άθροισμα της σύμπραξης και των τεσσάρων μελών τους, γεγονός που είναι εμφανέστερο από ποτέ σε ένα άλμπουμ που ξεχωρίζουν η συνθετική χημεία και η ηχητική στιβαρότητα. Η καλώς εννοούμενη ωριμότητα αντανακλάται και στη θεματολογία αλλά και στον τρόπο προσέγγισης των στίχων: από τη διαχείριση των συγκρούσεων, του burnout, της αχαριστίας, ακόμα και των ανθρώπων που κρατάνε πίσω τη ζωή μας, ως τις προκλήσεις που αναμένονται από την επέλαση του AΙ, το στιχουργικό κομμάτι δεν υπήρξε ποτέ δευτερεύον στοιχείο στα τραγούδια της μπάντας.
Είναι εν τέλει το "Alter Bridge" αντάξιο της ευθύνης και της σημειολογίας που φέρει ένα άλμπουμ το οποίο τιτλοδοτείται με το ίδιο το όνομα της μπάντας; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα «Ναι», καθώς αποτελεί μια από τις στιβαρές στιγμές της σπουδαίας ως τώρα δισκογραφίας τους, διατηρώντας μια αξιοθαύμαστη δυναμική που δύσκολα εντοπίζει κάποιος σε μια μπάντα με εικοσαετή, αδιάλειπτη δισκογραφία. Όντας αδιαπραγμάτευτα προσγειωμένοι και low profile, πιθανότατα θα απέρριπταν οποιονδήποτε τέτοιο χαρακτηρισμό, αλλά σε έναν χώρο που ορίζεται κάπου μεταξύ του hard rock και του metal και κάπου μεταξύ του παραδοσιακού και του μοντέρνου, έχουν καταφέρει να βρουν την τέλεια ισορροπία, παραμένοντας οι καλύτεροι εκπρόσωποί του συγκεκριμένου ήχου. Το ομότιτλο άλμπουμ τους, τους διατηρεί σε αυτή την κορυφή.
