Λάτρης των ανορθόδοξων και προκλητικών ακουσμάτων. Θεωρεί τη μουσική αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης. Στις ψηφιακές σελίδες του Rocking μοιράζεται τις απόψεις του κινούμενος κατά βάση στον...
Dimmu Borgir
Grand Serpent Rising
Μεγαλεπήβολο σύνολο, υπερφορτωμένο αποτέλεσμα
Οκτώ χρόνια σιωπής. Αλλαγές στο lineup (τι πιο σύνηθες). Επιστροφή του Fredrik Nordström στην παραγωγή. Προφανώς η τόσο μεγάλη αναμονή δημιουργεί κάποιες παραπάνω προσδοκίες, αν και πάντα με το πρίσμα της κυνικότητας δεν περιμένει κανείς από τους Dimmu Borgir να μεγαλουργήσουν εν έτει 2026.
Από το "Eonian" του 2018 μέχρι σήμερα, η μπάντα δεν παρέμεινε η ίδια. Ο Galder, ο κιθαρίστας που μοιραζόταν και συνδιαμόρφωνε τον ήχο της μπάντας επί δύο δεκαετίες, αποχώρησε το 2024 για να επιστρέψει στους Old Man's Child. Στη θέση του, ο Kjell Åge "Damage" Karlsen, γνωστός από τους Chrome Division ,μια μπάντα με εντελώς διαφορετική αισθητική, που μόλις πέρσι έκανε το live ντεμπούτο του με τους νορβηγούς θρύλους. Το αποτέλεσμα; Το "Grand Serpent Rising" ουσιαστικά γράφτηκε από δύο ανθρώπους, τον Silenoz και τον Shagrath, με session μουσικούς να γεμίζουν τα κενά. Και αυτό ακούγεται.
Το άλμπουμ ανοίγει με το "Tridentium", ένα εισαγωγικό κομμάτι τεσσάρων λεπτών που ουσιαστικά δεν είναι τίποτα περισσότερο από ατμόσφαιρα και spoken word του Shagrath. Αναμενόμενο και προβλέψιμο ίσως, αλλά και χαρακτηριστικό σαν το "επικό" intro που επιβάλλεται να θέσει τον τόνο για ό,τι επακολουθεί. Το "Ascent" τσιτώνει λίγο τα γκάζια, με τα riffs που επιτίθενται και τα blast beats που κάνουν τη δουλειά τους, και για μια στιγμή θυμάσαι γιατί αγάπησες αυτή τη μπάντα. Το "As Seen In The Unseen" είναι το πιο σύνθετο κομμάτι του δίσκου, αλλάζει διαρκώς χαρακτήρα, φέρνοντας στοιχεία σχεδόν από όλες τις εποχές τους. Οι ορχήστρες φουσκώνουν ακριβώς εκεί που πρέπει, τα riffs επιτίθενται με την αναμενόμενη αγριότητα. Είναι Dimmu Borgir με μαθηματική ακρίβεια. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.
Γιατί η μεγάλη μουσική δεν ξέρει ότι είναι μεγάλη. Απλώς είναι. Εδώ νιώθεις κάπου-κάπου σαν να βλέπεις κάποιον να διαβάζει το σενάριο ενώ παίζει τον ρόλο. Αστειευόμενος (ή και όχι) συζητώντας για το άλμπουμ, ανέφερα ότι ακούγεται σαν να έδωσες τη δισκογραφία των Dimmu σε ενα AI συστημα και προσπάθησε να φτιάξει κάτι που θα δανειστεί όλα τα κομμάτια από το παρελθόν τους. Ο απουσιάζων Galder άφησε κενό που δεν γεμίζει με διακόσμηση, γεμίζει με ύφος. Και το ύφος δεν ανανεώνεται με session μουσικούς.
Για να μην παρεξηγηθεί όμως ως τρομερά αρνητική η κριτική, υπάρχουν στιγμές που ξυπνούν μνήμες μεγαλείου. Διάσπαρτες μεν, αλλά υπάρχουν. Το "Ulvgjeld & Blodsodel", νορβηγόφωνο και ωμό, έχει μια ειλικρίνεια που λείπει από μεγάλο μέρος του υπόλοιπου υλικού. Το "Shadows of a Thousand Perceptions", πριν το κλείσιμο του άλμπουμ, μοιάζει ως το πιο ολοκληρωμένο και εμπνευσμένο κομμάτι, έχοντας εκείνη τη στοιχειωτική ατμόσφαιρα που τους χαρακτηρίζει. Κιθάρες που κεντάνε, συνοχή και ισχυρή ταυτότητα μέσα στον κυκεώνα ιδεών που έχουν μαζευτεί στη μια ώρα και δέκα λεπτά συνολικής διάρκειας. Το οργανικό "Gjǫll" κλείνει τον δίσκο με μια σκοτεινή ηρεμία που ταιριάζει στην αρχέγονη μυθολογία του τίτλου, και ηχητική μεγαλοπρέπεια.
Παραμένω διχασμένος για το "Grand Serpent Rising". Η μεγάλη αναμονή για την κυκλοφορία του, νιώθω πως έκανε τη μπάντα να προσπαθήσει να χωρέσει όσο περισσότερα πράγματα γίνεται, κάτι το οποίο εν τέλει καταλήγει να γίνεται σε φάσεις κουραστικό. Για τους θαυμαστές τους, θα είναι αρκετό. Για αυτούς που θυμούνται πού ήταν ικανοί να φτάσουν, θα μυρίζει ελαφρά μούχλα κάτω από τις βαριές στολές και το πολυφορεμένο makeup.
