Το μαύρο κουτί των σύγχρονων παζαριών βινυλίου

Εκεί που η απόλαυση της αναζήτησης συναντά την ωμή αισχροκέρδεια

Από τον Σπύρο Κούκα, 16/02/2026 @ 11:23

Μερικές ημέρες πρωτύτερα, επισκέφτηκα μαζί με φίλους το πιο πρόσφατο παζάρι βινυλίων που πραγματοποιήθηκε στην Τεχνόπολη, μια συνήθεια που, σε προσωπικό επίπεδο, τραβάει από το 2014. Όντας κάτι παραπάνω από μια απλή αγοραστική διαδικασία, περισσότερο προσομοιάζει με διάδραση και ιεροτελεστία, μια μικρή απόδραση από την καθημερινότητα, ένας χώρος συνάντησης ανθρώπων που μοιράζονται το ίδιο πάθος και μιλούν την ίδια γλώσσα, χωρίς να χρειάζεται να προβούν σε περιττές εξηγήσεις.

Περπατάς ανάμεσα στους πάγκους, σκύβεις πάνω από κιβώτια, λερώνεις τα δάχτυλα, πιάνεις κουβέντα με αγνώστους που μοιάζουν τελικά λιγότερο άγνωστοι από όσο νόμιζες. Όλο αυτό το μουσικό και κοινωνικό κομμάτι παραμένει ζωντανό, αυθεντικό, απολύτως θεμιτό. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η απόλαυση της αναζήτησης συναντά την ωμή αισχροκέρδεια που τείνει να κατακλείσει το χώρο, με τιμές που δεν δικαιολογούνται από καμία λογική πέραν αυτής του εφήμερου κέρδους.

Για όσους επισκέπτονται παζάρια βινυλίων εδώ και χρόνια, η διαφορά είναι πια κραυγαλέα. Μονοψήφια ποσά έγιναν διψήφια χωρίς δεύτερη σκέψη. Δίσκοι των 5 και 8 ευρώ εμφανίζονται σήμερα με κοστολόγηση στα 20 και 25, συχνά και παραπάνω, χωρίς καμία απολύτως αιτιολόγηση. Και κάπου εκεί, η χαρά της ανακάλυψης αρχίζει να αντικαθίσταται από ένα αίσθημα δυσφορίας. Δεν αναφερόμαστε, προφανώς, για σπάνια first pressings ή για συλλεκτικές εκδόσεις που ανέκαθεν κόστιζαν αναμενόμενα κάτι παραπάνω. Μιλάμε για δίσκους συνηθισμένους, για υλικό που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε μια προσιτή λύση για να εισαχθεί κανείς στο μαγικό κόσμο του συγκεκριμένου φυσικού format.

Η εξήγηση είναι, φυσικά, σύνθετη. Η αναβίωση του βινυλίου, το Discogs ως παγκόσμιο σημείο αναφοράς τιμών, η μετατροπή της μουσικής σε αντικείμενο lifestyle και το hype γύρω από το συγκεκριμένο format, όλα παίζουν τον ρόλο τους. Όμως, η κατανόηση των συνθηκών δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προσομοιάζει με αποδοχή της αισχροκέρδειας ως τη νέα κανονικότητα, αφού πλέον δεν μιλάμε για μια φυσική αύξηση τιμών, αλλά μια ξεκάθαρη εκμετάλλευση της εν λόγω συγκυρίας.

Το παζάρι, παραδοσιακά, ήταν ο χώρος του απρόβλεπτου. Εκεί που έψαχνες χωρίς προσδοκία και έβρισκες κάτι που δεν ήξερες ότι χρειάζεσαι. Σήμερα, όμως, όλο και περισσότερο θυμίζει offline κατάλογο Discogs, με τις τιμές προσαρμοσμένες προς τα πάνω, χωρίς την άνεση της σύγκρισης, χωρίς τη δυνατότητα ψύχραιμης επιλογής. Και, ακόμη χειρότερα, χωρίς τη λογική της προσωπικής επικοινωνίας που υποτίθεται ότι διαφοροποιεί το παζάρι από το απρόσωπο online εμπόριο.

Οι ευρύτερες συνέπειες δεν αφορούν μονάχα τους νεότερους ακροατές, που σκέφτονται να ξεκινήσουν μια συλλογή, αλλά και τους πιο μπαρουτοκαπνισμένους ρέκτες της συλλογής βινυλίων. Έτσι, πέραν της αναμενόμενης αποθάρρυνσης και δυσφορίας για τα όσα διαδραματίζονται τιμολογιακά, φθίνει και κάτι πολύ πιο ουσιαστικό, η συνέχεια της κουλτούρας του φυσικού format.

Τουλάχιστον, το παράδοξο της ακμής των κοινωνικών προεκτάσεων των συγκεκριμένων event, καλά κρατεί. Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι αν τα παζάρια βινυλίων αξίζουν ακόμη την επίσκεψη. Το ερώτημα είναι για ποιον υπάρχουν πια. Αν απευθύνονται σε ανθρώπους που αγαπούν τη μουσική ή σε εκείνους που ακολουθούν μια μόδα, ένα hype που υπαγορεύει το coolness των δίσκων βινυλίου, απορροφώντας τα απότοκα της επιθετικής εμπορευματοποίησης που συντελείται.

Προφανώς, εξαιρέσεις στον εν λόγω κανόνα υπάρχουν, με πάγκους που κρατούν φυσιολογικό το επίπεδο των τιμών, που έχουν όλη την καλή διάθεση να εμπλακούν σε μια win – win αγοραπωλησία και για την πλευρά του καταναλωτή και που δικαιολογούν την παρουσία τους σε μια ευρεία έννοια παζαριού. Προσωπικά, φερ’ ειπείν, δεν μπορώ να ξεχάσω τη γενναιοδωρία μιας πωλήτριας, όχι πολύ καιρό πριν, χάρη στην οποία συμπλήρωσα ένα μεγάλο κενό της Uriah Heep δισκογραφίας που έλειπε από τη συλλογή μου.

Τελικά, το πιο ανησυχητικό σημείο είναι κάτι που συμβαίνει σταδιακά σε κάθε έκφανση των οικονομικών συνδιαλλαγών μας. Οι τιμές ανεβαίνουν, και αυτό τείνει να λανσάρεται και να δικαιολογείται ως «φυσιολογικό». Αργά ή γρήγορα, όμως, αυτή η φούσκα θα σκάσει με κρότο, παρασύροντας μαζί της ξερά και χλωρά του συγκεκριμένου χώρου. Ήδη, ο κόσμος είναι προετοιμασμένος να μην αγοράσει, τουλάχιστον όχι με τη συχνότητα που το έκανε κάποτε, με την κοινωνική διάδραση να έχει αντικαταστήσει τη μουσική ανακάλυψη. Πρόκειται να αλλάξει κάτι; Το μέλλον θα δείξει, αν και προσωπικά στέκω εγγύτερα στο φάσμα του απαισιόδοξου.

  • SHARE
  • TWEET