Paul Weller

Wild Wood

Go! Discs (1993)
Από τον Κώστα Σακκαλή, 30/06/2009
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Ο Paul Weller έχει καταφέρει κάτι σπάνιο που στα μάτια μου τον ανεβάζει στη λίστα με τους πιο επιτυχημένους ροκ καλλιτέχνες, τουλάχιστον από άποψη συνέχειας και συνέπειας. Εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες έχει μπορέσει με τρεις διαφορετικούς μουσικούς σχηματισμούς (The Jam, Style Council, solo) να κυριαρχεί και να επιβάλλεται στη μουσική σκηνή και, εν πάση περιπτώσει, ποτέ να μην ακούγεται εκτός κλίματος ή άνευ ουσίας. Και αν στις μέρες μας τα πιο σύγχρονα album του, μπορεί μεν δύσκολα να αμφισβητείται η ποιότητά τους, μολοταύτα από αρκετούς θεωρούνται ηχητικά τετριμμένα, δεν ήταν έτσι τα πράγματα και στις αρχές τις δεκαετίας του '90, όταν ξεκινούσε η solo πορεία του.

Λατρεμένος ως ημίθεος την εποχή της mod αναγέννησης με τους Jam και εμπορικά πανίσχυρος όταν τα pop singles των Style Council σάρωναν τους καταλόγους επιτυχιών, η απόφαση όχι μόνο να ξεκινήσει προσωπική καριέρα, αλλά και να αλλάξει δραστικά το ύφος του, έχει στο παρελθόν καταστρέψει πληθώρα μουσικών αλλά αποδείχθηκε χρυσή για τον ίδιο.

Το "Wild Wood" του 1993 αποτέλεσε το δεύτερο βήμα στην προσωπική του δισκογραφία και στέκει και μέχρι σήμερα ως η κορωνίδα του έργου του. Η αγάπη του για τη soul και την acid jazz ήταν εμφανής και στα δύο συγκροτήματα στα οποία ηγήθηκε, αλλά με το δίσκο αυτό φανερώνει και μία έντονη σχέση με το ροκ των Traffic. Επηρεασμένος μουσικά αλλά και φωνητικά από τον Steve Winwood, κατάφερε να ηχογραφήσει ένα εξαιρετικό σύνολο τραγουδιών που όσο παλαιομοδίτικα διαχρονικά ακούγονταν, άλλο τόσο επηρέασαν μελλοντικά το βρετανικό ροκ στην εν λόγω δεκαετία.

Η ομώνυμη ακουστική μπαλάντα είναι βέβαια αυτή που με τον ξέχειλο συναισθηματισμό της και την οικεία ζεστασιά της κέρδισε (και συνεχίζει να διεκδικεί) το airplay των ραδιοφωνικών σταθμών. Η ερμηνεία του Paul Weller δεν έχει προηγούμενο, με το πάθος και την εκφραστικότητά του να κινούνται σε θεατρικά επίπεδα, ενώ η διακριτική ενορχήστρωση των κρουστών, των πλήκτρων και των κιθάρων δένει σε ένα ιδιαίτερο γαϊτανάκι ηρεμίας και ξεσπασμάτων απόγνωσης.

Παρά τη βαριά σκιά του συγκεκριμένου τραγουδιού, το σύνολο των συνθέσεων του δίσκου είναι τέτοιας ποιότητας που δε μπορεί να καλυφθεί. Αν και η αίσθηση που μένει είναι ότι κυριαρχούν συνθέσεις ήπιες και πιο προσωπικές, προσεκτικότερη ακρόαση αποκαλύπτει ουκ ολίγες ρυθμικά νευρικές στιγμές, όπως το εναρκτήριο "Sunflower", όπου ο ηλεκτρισμός της κιθάρας είναι το λιγότερο σπινθηροβόλος, το "Can You Heal Us (Holy Man)", που λειτουργεί ως αντι-gospel, το "Has My Fire Really Gone Out", το πλημμυρισμένο από το hammond "5th Season" και το αρχετυπικό ροκ "The Weaver".

Η αμεσότητα των mid / low-tempo στιγμών, από την άλλη, σε αιχμαλωτίζει εξαρχής και τραγούδια όπως τα "All The Pictures On The Wall", "Country", "Foot Of The Mountain", "Moon On Your Pyjamas", συνεπικουρούμενα από τη βαθιά φωνή του Weller, απευθύνονται εξαρχής στο συναισθηματισμό του ακροατή. Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στο επταμισάλεπτο "Shadow Of The Sun" που τονίζει όσο κανένα την υφέρπουσα σχέση με τους Traffic, η οποία είναι διάχυτη σε όλο το δίσκο και αποτελεί από κάθε άποψη μία από τις πιο ξεχωριστές στιγμές του άλμπουμ. Τα δε οργανικά ιντερλούδια που απαντώνται διάσπαρτα αποτελούν, πέρα από κατάλληλες γέφυρες για την αλλαγή του στυλ, και μικρά κομψοτεχνήματα που θυμίζουν μουσική επένδυση σε blaxpoitation φιλμ των '70s.

Καθοριστικό για την εξέλιξη του Weller και την καθιέρωσή του ως ερμηνευτή και τραγουδοποιό, πρόκειται για έναν από τους καλύτερους δίσκους κλασικού ροκ (γιατί περί αυτού τελικά πρόκειται) της δεκαετίας του '90. Η συμπερίληψή του σε κάθε ανάλογη λίστα ψηφοφοριών των εκάστοτε «ειδικών» και μη, λέει πολλά.

  • SHARE
  • TWEET