The Winery Dogs

The Winery Dogs

Victor Entertainment (2013)
Από τον Χρήστο Καραδημήτρη, 30/05/2013
«Το τρίο των Portnoy, Sheehan και Kotzen εντυπωσιάζει στην πρώτη σύμπραξή του»
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;
«Από ένα σημείο και μετά στη μουσική, η χημεία είναι σημαντικότερη της φυσικής». Απορώ πως εδώ και πέντε σεζόν δεν έχει πει κάτι αντίστοιχο ο Walter White, αλλά έχει κι αυτός τα προβλήματά του...

Το αληθές του παραπάνω λόγου θα έρθουν να επιβεβαιώσουν με πολύ θετικό τρόπο οι The Winery Dogs ή αλλιώς το τέταρτο νέο project της μετά Theater εποχής του Mike Portnoy, αυτή τη φορά εκ νέου σε κάτι τελείως διαφορετικό, σε ένα power trio με τους σπουδαίους Billy Sheehan στο μπάσο και Richie Kotzen σε κιθάρα και φωνή. Για την ιστορία, αρχικά, αντί του Kotzen ήταν να συμμετάσχει ο John Sykes, κάτι που θα άλλαζε ριζικά το τελικό αποτέλεσμα και εν τέλει καλύτερα που δεν τελεσφόρησε.

Αν η μουσική ήταν απλά φυσική τα τρία ομόρροπα διανύσματα των ικανοτήτων αυτών των μουσικών θα αθροιζόντουσαν και θα έδιναν ένα ακόμα μεγαλύτερο αποτέλεσμα, αλλά η ιστορία των supergroup μας έχει δείξει πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Βεβαίως, ο όρος supergroup δεν ταιριάζει απόλυτα εδώ, καθότι αν έλειπε ο Portnoy και στη θέση του ήταν ένας εξίσου καλός, μα πιο άσημος drummer κάτι μου λέει ότι η εμπορικότητα του εγχειρήματος θα έπεφτε απότομα. Όπως και να έχει, η χημεία των τριών είναι που κάνει την πρώτη τους σύμπραξη υπό το όνομα The Winery Dogs να ξεχωρίζει.

Ξεκινάω από τον Kotzen, τον οποίο θεωρώ έναν από τους πολύ υποτιμημένους κιθαρίστες της γενιάς του, άσχετα αν στα 21 εντάχθηκε στους Poison, ευτυχώς βραχυπρόθεσμα. Το ότι περπάτησε με αρκετή επιτυχία στα παπούτσια το Paul Gilbert στους Mr. Big λέει πολλά για όσους έχουν αντίληψη των μεγεθών και στην προσωπική του καριέρα έχει δώσει ουκ ολίγα σπουδαία δείγματα γραφής. Στο εν λόγω project, πέραν της κιθάρας έχει αναλάβει με εντυπωσιακή επιτυχία τα φωνητικά, και αποτελεί -έστω και οριακά- τον πρωταγωνιστή του όλου εγχειρήματος.

Ο Billy Sheehan είναι ένας μπασίστας - φαινόμενο, με καβατζωμένη θέση στους καλύτερους όλων των εποχών, ο οποίος έγινε γνωστός με τους Mr. Big, έχοντας όμως να επιδείξει πάμπολλες ακόμα μουσικές περιπέτειες. Ο ήχος του είναι μοναδικός, η τεχνική του γνωστή και σε αυτό το project αναδεικνύεται όλο το μεγαλείο του groove του, ενώ έχει συνεργαστεί στο παρελθόν, τόσο με τον Kotzen (Mr. Big), όσο και με τον Porntoy (στο πρόσφατο project Portnoy / Sheehan / MacAlpine / Sherinian).

Για τον Mike Portnoy τα πράγματα είναι πιο γνωστά. Μπορεί να μην είναι ο καλύτερος ή ο πιο τεχνικός drummer στον κόσμο, όπως θα σου πουν οι πιο ειδικοί, αλλά δε θα σταματήσω να υποστηρίζω πως είναι ο καλύτερος στο να παίζει ακριβώς αυτό που πρέπει, σε κάθε στιγμή. Κι αυτό κάνει εδώ. Με δεδομένα φοβερό ήχο, groovάρει εκεί που πρέπει, βγαίνει μπροστά όταν το επιτάσσει το τραγούδι και με τον Sheehan συγκροτούν ένα απίστευτης δύναμης και ικανοτήτων rhythm section.

Οι τρεις τους, λοιπόν, παρουσιάζουν μια καταπληκτική ομοιογένεια και δικαιώνονται εκ του αποτελέσματος, καθώς όλα τα υπόλοιπα θα ήταν απλά ασκήσεις επί χάρτου αν δεν τους δικαίωναν τα τραγούδια και η πρώτη ομώνυμη δουλειά τους περιέχει 13 πειστήρια πως η χημεία μεταξύ των τριών ήταν ιδανική. Ανεβαστικά, γεμάτα ενέργεια, μελωδίες, κολλητικά refrain και «γεμίσματα» που δεν αφήνουν το τεχνικό υπόβαθρο να κρυφτεί. Ο Kotzen κιθαριστικά δίνει μια «bluesy» νότα και φωνητικά τα καταφέρνει περίφημα, αφού σε σημεία νομίζεις πως έχουν τον Chris Cornell πίσω από το μικρόφωνο. Έχουν το δέσιμο των King's X, την ποιότητα των Chickenfoot και φυσικά αρκετή δόση από Mr. Big, ενώ θα ικανοποιήσουν όσους αρέσκονται σε ακούσματα από Audioslave μέχρι Gov't Mule, για όσους μπορούν να διακρίνουν τη συνδετική γραμμή μεταξύ τους.

Τα καλύτερα τραγούδια του άλμπουμ είναι στην αρχή και στο τέλος του, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το άλμπουμ χωλαίνει κάπου στα 60 λεπτά του. Κομμάτια σαν τα "Elevate", "Desire" και "We Are One" που ανοίγουν το άλμπουμ είναι ενδεικτικά του πως συνδυάζεται εντυπωσιασμός και ουσία, ενώ κάτι αντίστοιχο καταφέρνουν στα "Six Feet Deeper" και "Criminal". Στις πιο αργές στιγμές ο Kotzen είναι απολαυστικός, ειδικά στα solo που έχει κάνει καταπληκτική δουλειά, με αποκορύφωμα το φινάλε του συναισθηματικού "The Dying" και του πιο χαλαρού "Regret" όπου για πρώτη και τελευταία φορά επιστρατεύεται το πιάνο, τονίζοντας τον bluesy χαρακτήρα του.

Ο Portnoy έχει το χάρισμα να δίνει υπεραξία σε ό,τι συμμετέχει, πρώτον γιατί ξέρει να επιλέγει συνεργάτες και δεύτερον γιατί όντας οπαδός ξέρει να αξιολογεί το τελικό αποτέλεσα καλύτερα από οποιονδήποτε. Εδώ, σε καινούργια νερά, παρουσιάζει κάτι φρέσκο, δυναμικό και αρκούντως εντυπωσιακό, με δυο ισάξιούς του συμπαίκτες και η προοπτική των The Winery Dogs τόσο σε στουντιακό, όσο και σε συναυλιακό επίπεδο ενθουσιάζει.

Αν αύριο έφευγα για διακοπές, ώστε να διασχίσω οδικώς τις Η.Π.Α., δίχως αμφιβολία το "The Winery Dogs" θα είχε ήδη κλείσει μια θέση για το soundtrack του ταξιδιού αυτού.
  • SHARE
  • TWEET