Σε διαρκή εξερεύνηση μουσικών που εμπίπτουν στην κατηγορία του "Ηχητικού Εξτρεμισμού". Έχει εισέλθει, οικειοθελώς, στην αιώνια φλόγα της αναζήτησης συναισθήματος στον ακραίο ήχο, πάντα ευγνώμων για...
Backengrillen
Backengrillen
Αιωρούμενοι death-jazz-punk διαλογισμοί πάνω από τα αποκαΐδια της καπιταλιστικής μηχανής
Είναι μερικά project που με την ανακοίνωσή τους ανεβάζουν τον πήχη δυσθεώρητα. Ή τουλάχιστον, έτσι ένιωσα όταν πληροφορήθηκα πως οι αξιότιμοι Dennis Lyxzén (φωνητικά), Magnus Flagg (μπάσο) and David Sandström (τύμπανα) των θρυλικών Refused, που πρόσφατα έβαλαν ένα οριστικό επίλογο στην πορεί τους, αποφάσισαν μαζί με τον πολυπράγμονα avant-σαξοφωνίστα Mats Gustafsson (The End, Fire!, Fire! Orchestra/μυριάδα άλλων σχημάτων και συνεργασίες από τους The Ex μέχρι τους Sonic Youth) ένα νέο σχήμα. Οι Backengrillen υπόσχονται «αντιρατσιστικό, αντιφασιστικό, free-form death jazz» και το μονολιθικό τους ντεμπούτο, το παραδίδει στο έπακρο.
Στο συνοδευτικό δελτίο τύπου της ανακοίνωσης του δίσκου, η τετράδα αποκάλυψε πως το άλμπουμ είναι προϊόν ενστικτώδους αυτοσχεδιασμού. Συγκεκριμένα, γράφτηκε στην πρώτη πρόβα μια Πέμπτη, η μπάντα το έπαιξε ζωντανά μια μέρα μετά, και το ηχογράφησε το Σάββατο. Τρεις μέρες τους, η ζωή μας με λίγα λόγια. Αξίζει να αναλογιστούμε πως το σχήμα θα έχει και συνέχεια, με το δεύτερο δίσκο, «λιγότερο χαζό μα περισσότερο άσχημο», να είναι ήδη έτοιμος.
Αυτή η προσέγγιση αποτυπώνεται και στα πέντε κομμάτια του δίσκου, συνολικής διάρκειας 53 λεπτών. Το "Backengrillen" είναι ένα επίπονο άλμπουμ που οικοδομεί την ύπαρξή του πάνω σε ένα παρατεταμένο βαλς ανάμεσα σε ένα doom/death ή noise rock επαναλαμβανόμενο θέμα, το οποίο συνθλίβεται από μινιμαλιστικό rhythm section, μέχρι να ξεσπάσει σε θορυβώδεις μα μετρημένους αυτοσχεδιασμούς, και να καταλήξει στη διάλυση της σιωπής. Σε αυτό το πλαίσιο, το σαξόφωνο (και σποραδικά το φλάουτο) του Gustafsson είναι το lead όργανο, σε ένα performance - σήμα κατατεθέν του σπουδαίου μουσικού. Ο όξινος ήχος του οργάνου σε συνδυασμό με την ιδιοσυγκρασία του Sandström στα τύμπανα, με τον οποίο ο Gustafsson έχει συμπράξει στο, εκπληκτικό και καθοριστικό για την κατανόηση του "Backengrillen", "Requiēs" του 2022, συνθέτουν ένα έρημο τοπίο.
Ανάμεσα στα κομμάτια, «λάμπει» ως φωτεινή εξαίρεση το εξάλεπτο "Repeater II", η πιο σύντομη στιγμή του δίσκου. Το κομμάτι, που βρίσκει και τον Lyxzen απελευθερωμένο φωνητικά να του δίνει παλμό, μάλλον είναι ό,τι κοντινότερο υφολογικά ηχογράφησε ποτέ η τριάδα στο μνημειώδες "The Shape Of Punk To Come", ενώ παράλληλα φαντάζει ως ένας φουτουριστικός φόρος τιμής στο "Fun House" των The Stooges ή στους πρώιμους The Cramps, αν τζάμαραν με τον John Zorn. Σε αυτό το άχρονο μήκος κύματος, ανάμεσα στην γνώση του παρελθόντος και τον ζόφο του μέλλοντος, οι Backengrillen αποφασίζουν να διαλογιστούν και να εμβαθύνουν.
Οι μακροσκελείς συνθέσεις του άλμπουμ επιτυγχάνουν επακριβώς να μεταδώσουν όλα όσα υποσχέθηκαν. Ο τρόπος που ένα τόσο άναρχο ηχητικό πείραμα συγκροτείται τόσο αποτελεσματικά, δεν είναι απόρροια απλώς του μεγάλου ταλέντου των εμπλεκομένων από την Umeå, ή της αδιαμφισβήτητης εμπειρίας τους. Εν έτει 2026, τα δομικά συστατικά του "Backengrillen" δεν φαντάζουν ουρανοκατέβατα, ούτε το fusion τους. Όπως όμως υποδηλώνει και το εντυπωσιακό "Dör För Långsamt", με τον Lyxzen να επαναλαμβάνει σαμανιστικά τον τίτλο που μεταφράζεται ως «αργοπεθαίνοντας», τα μυστικά κρύβονται στο διάκενο. Οι επιχρωματισμοί του σαξόφωνου, οι αλά Little Richard κραυγές πάθους στο μικρόφωνο, τα μικρά ηχητικά ξεστρατίματα που οδηγούν στη μεγάλη έκρηξη του τελευταίου τριλέπτου, αποκτούν νόημα χάρη στην επιμονή σε ένα καταδικασμένο down-tempo.
Το "Backengrillen", κατά αυτό τον τρόπο, φαντάζει ως ένας επιθανάτιος ρόγχος, πνευματικός και υλικός, για την μετανεωτερική κοινωνία. Το εντεκάλεπτο ομότιτλο άσμα, ένας doom παιάνας που με το βορβορώδες του μπάσο διαταράζει τις spiritual jazz προεκτάσεις, αποκτά σημαίνουσα βαρύτητα χάρη στην εντελώς hardcore προσέγγιση του Lyxzen πάνω σε αυτό το σταυροδρόμι ιδιωμάτων, που γενικά στο δίσκο δίνει μεγάλες ερμηνείες, ο οποίος όμως διατηρεί ταυτόχρονα την εντελώς jazz-punk νοοτροπία πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το project. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ που δεν επιδιώκει το μηδενισμό, αλλά τον εκθέτει στην ωμή του βία. Ένα άλμπουμ, που όπως θα αποδειχθεί θαρρώ και στο Roadburn 2026, αιχμαλωτίζει εντός του αμέτρητη ζωντανή ενέργεια.
Για να καταστεί αυτό εμφατικότερα σαφές, αρκεί το εντυπωσιακό, καταληκτικό δεκάλεπτο "Socialism Or Barbarism". H περίφημη φράση με την βαρύνουσα ιστορική και πολιτική σημασία που φέρει από τις διάφορες μετενσαρκώσεις της, τιτλοφορεί το πιο εντυπωσιακό κομμάτι του δίσκου. Κατά αυτό τον τρόπο, οι Backengrillen ρίχνουν αυλαία σε ένα επίπονο ταξίδι με τον πιο ανατρεπτικό και εκρηκτικό τους τρόπο, με το τελικό αποτύπωμα να είναι οργιαστικό. Πράγματι, το εν λόγω κομμάτι, μια κραυγή συσπείρωσης και αφύπνησης, φαντάζει ως ένα παρανοϊκό μάγμα των The End (του πιο συναφούς ηχητικά project του Gustafsson με τους Backengrillen), The Birthday Party, Captain Beefheart, The Fall και Archie Shepp, με έναν τρόπο που η bop αίσθηση συνυπάρχει με την πανκ γκρούβα, και με το σαξόφωνο να δίνει ρεσιτάλ πάνω από κραυγές και ηλεκτρονικές εκρήξεις. Ένα kraut/hardcore κοκτέηλ.
Ο πρώτος δίσκος των Backengrillen ποτέ δεν προοριζόταν να είναι ένα αυτοαναφορικό, υπερ-πειραματικό έργο. Η χημεία της σύμπραξης, η σπίθα της δημιουργίας, ο ανανεωτικός αέρας ενός νέου κεφαλαίου στις πορείες των τεσσάρων μουσικών, και κυρίως, η ακόρεστη δίψα για ριζοσπαστική μουσική που φέρει μαζί της ένα φλεγόμενο μήνυμα, είναι ο μετρονόμος της μουσικής του δίσκου. Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα αναζωογοννητικό στην πρωτόλεια, punk σπίθα που ξεσπά όταν μουσικοί τέτοιου βεληνεκούς αφήνουν την φαντασία τους να τους καθοδηγήσει.
Στριφνό, αιχμηρό και απαιτητικό μες την ευθύβολη απλότητά του, το "Backengrillen" είναι ένα άλμπουμ που επιτυγχάνει να μετουσιώσει την οργή για την χαοτική κατάσταση ενός κόσμου που κάθε μέρα καθίσταται και πιο απαθής και κυνικός, σε μια κραυγή ζωής. Ενός κόσμου που μοιάζει σαν την ερειπωμένη πίσω αυλή μιας καλογυαλισμένης καταναλωτικής βιτρίνας. Και ας νιώθεις στο τέλος των ακροάσεων πως αυτοί οι θόρυβοι χάνονται στον ορίζοντα ενός κατεστραμμένου κόσμου δίχως μέλλον. Μέχρι να το κάνουμε να υπάρξει.
