Πιστεύει ακράδαντα ότι υπάρχουν μόνο δύο είδη μουσικής, η καλή και η κακή. Σχολιάζει και από τα δύο στις σελίδες του Rocking.gr, αν και οι κακές γλώσσες λένε ότι γράφει κυρίως για ό,τι είναι ή μοιάζει...
The Black Tabasco
Animal Love
Ελληνικό blues, soul, indie rock που μεγάλωσε με τους δίσκους των Black Keys στο πικάπ και ξεκλείδωσε τα μυστικά τους
Δε θα κουραστούμε να το λέμε ότι η μουσική δεν έχει ημερομηνία λήξης. Η καλή μουσική ακούγεται φρέσκια όποτε κι αν δημιουργηθεί, από όποτε κι αν προέρχονται οι αναφορές της. Και η κακή μουσική θα παραμένει κακή όποιο κύμα μόδας κι αν καβαλάει. Από την άλλη, δε γίνεται να μη σημειωθεί πως οι προσδοκίες για διείσδυση σε ένα «μαζικότερο ακροατήριο» είναι πιο περιορισμένες όταν η μουσική σου κοιτάει προς τα πίσω. Αμφότερες επεξηγήσεις φαίνονται σημαντικές και ταιριαστές όταν έχουμε να κάνουμε με τη μουσική των Black Tabasco.
Κάπου ανάμεσα σε αυτό που έπαιζαν συγκροτήματα όπως οι The Black Keys ή οι The Heavy είκοσι χρόνια πριν και, στην καλύτερη ως προς τις χρονικές αναφορές, σαν αυτό που κάνουν ενίοτε οι Black Pumas, η αθηναϊκή τετράδα κινείται με indie χαρακτήρα και blues/soul αναφορές σε μία απόλυτα feelgood και rock χορευτική διάθεση. Γκρούβα και άγιος ο θεός δηλαδή. Τα επτά τραγούδια που αποτελούν το δίσκο θα μπορούσαν πολύ εύκολα να βρεθούν στο rotation κάποιου εμπορικού rock ραδιοσταθμού (αν αποφάσιζε να ξεφύγει από τα ίδια 200 τραγούδια που παίζονται εδώ και δεκαετίες) αφού η αμεσότητά τους και το πόσο προσεγμένα και καλοπαιγμένα είναι δεν απαιτούν καμμία πρότερη εξοικείωση μαζί τους για να τα εκτιμήσεις.
Παρότι δεν μπορούν, και ούτε φαίνεται να θέλουν, να διεκδικήσουν κάποιες δάφνες βάθους και υψηλής καλλιτεχνίας, δεν είναι και καθόλου πρόχειρα. Τόσο ενορχηστρωτικά όσο και στις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, (τα εμπνευσμένα riff, μία κιθαριστική φράση εδώ, μία προσεγμένη γέφυρα εκεί) δείχνουν ότι έχει γίνει ποιοτική δουλειά τόσο σε επίπεδο συνθέσεων όσο και εκτέλεσης. Από την άλλη, αυτό που μένει περισσότερο στον ακροατή είναι η αίσθηση, παρά τα τραγούδια. Η αίσθηση ότι άκουσε κάτι πολύ διασκεδαστικό αλλά όχι κάτι που θα θυμάται, απαραίτητα, και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Το παράδοξο σε αυτό είναι ότι όλα τα τραγούδια είναι, όπως είπαμε, δυνητικά χιτάκια, κανένα όμως δεν φαίνεται να είναι αυτό που θα γίνει το διαβατήριό τους για κάτι μεγαλύτερο. Να μη βοηθάει η έλλειψη προσωπικότητας λόγω της μεγάλης ομοιότητας με τα σχήματα που προαναφέραμε; Να μη βοηθάει και η σύντομη διάρκειά του; Κι αυτά ίσως.
Οπότε; Οπότε αν δεν έχετε αφήσει πίσω σας το συγκεκριμένο μουσικό ύφος ή αν ψάχνετε την ποιότητα από όπου κι αν προέρχεται, ακούστε και αγοράστε το δίσκο. Αν το βάλετε την κατάλληλη ώρα έχετε εγγυημένα 20 λεπτά χορού και καλής διάθεσης.
