Robert Plant w/ Suzi Dian & Saving Grace @ Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού, 09/07/26
Η νύχτα που η χάρη Του ευλόγησε αυτήν τη γη
Στα σχεδόν 20 χρόνια που μεσολάβησαν από την προηγούμενη εμφάνιση του Robert Plant, πάλαι ποτέ τραγουδιστή μιας γνωστής rock μπάντας των '70s, πολλά έχουν αλλάξει. Αν έπρεπε να επιλέγω ένα μόνο γεγονός, που εν πολλοίς ορίζει τη μουσική βιομηχανία, αυτό θα ήταν η ρετρολαγνεία σε τερματισμένο, εμπορευματικό βαθμό. Οι επανενώσεις, τα μουσικά ντοκιμαντέρ/τυποποιημένα biopics, οι επετειακές περιοδείες, τα αποκλειστικά σετ, οι μια-και-έξω εμφανίσεις, οι συνεντεύξεις/podcast πρωταγωνιστών με «μυστικά του παρελθόντος», η νοσταλγία γενικότερα, έχει κινητοποιήσει όλο τον συναυλιακό μηχανισμό, ακολουθώντας επί ποδός τα όσα συμβαίνουν σε άλλες μορφές τέχνης. Και όχι, αυτό δεν συμβαίνει μόνο μετά την πανδημία.
Ο Robert Plant, αποτελεί έναν από τους μουσικούς θρύλους που διατήρησε μια εμφατική απόσταση από όλο αυτό το ρεύμα. Έχοντας αποφασίσει εδώ και πολλά χρόνια να εξερευνά την folk μουσική με διάφορα προσωπικά μουσικά σχήματα, εμμένει να τραβά το δικό του, πεισματάρικο μονοπάτι, δίνοντας έμφαση στην καλλιτεχνική εξερεύνηση. Υπό αυτή την άποψη, δεν θα έπρεπε να προξενεί σε κανένα εντύπωση το γεγονός πως το "Saving Grace", το άλμπουμ που κυκλοφόρησε ο θρύλος με το ομώνυμο σχήμα και τη Suzi Dian, είναι ποιοτικότατο, στα όρια του εντυπωσιακού.

Με την εν λόγω τετράδα και τη σπουδαία ερμηνεύτρια, ο Robert Plant επέστρεψε στα μέρη μας και δη στο Λυκαβηττό, για να μας παρουσιάσει το "All That Glitters…" show του. Κοινώς, να μας προσελκύσει σε μια εμβυθιστική ηλεκτρακουστική εμπειρία, όπου μας ξεδιπλώνει, την αγγλικής φιλοσοφίας, ερμηνεία των americana, country, folk και την επαναδιαπραγμάτευση με μουσικές στιγμές του παρελθόντος του. Ένας σεβασμός στην παράδοση, που όμως στέκεται περήφανα ενάντια στη νοσταλγία. Αυτή η προσέγγιση, αποτέλεσε μια ικανή, μα όχι αναγκαία όπως αποδείχθηκε, συνθήκη ώστε να γευτούμε την μεθυστική ενέργεια της εμφάνισής του.
Εκκινώντας με ελαφριά καθυστέρηση, η συναυλία έδειξε εξαρχής πως θα διαθέτει και μια πιο θρησκευτική χροιά. Ο mid-tempo βηματισμός και τα σφιχτά τέμπο των Barney Morse-Brown (τσέλο) και Oli Jefferson (τύμπανα) αποτελούν το ιδανικό χαλί ώστε οι 2 σπουδαίες αυτές φωνές να απελευθερώνονται διστακτικά από τα ερμηνευτικά τους δεσμά. H Suzi Dian δεν ήταν ποτέ η «δεύτερη φωνή» της βραδιάς στα 90 λεπτά που ακολούθησαν, δεν ήταν στιγμή το «στήριγμα» του Θεού. Στάθηκε ισάξια, με την τρομερή της τονικότητα και τη γοητευτική της χροιά να κλέβουν συχνά πυκνά την παράσταση. Ο Tony Kelsey, στις κιθάρες, σε έναν απαιτητικό ρόλο για την ένταση της βραδιάς, ήταν συγκλονιστικός, άνετος, επιβλητικός.

Όσον αφορά τον Robert Plant, τα λόγια είναι πραγματικά περιττά. Ο θρύλος έχει εκμεταλλευτεί την διατήρηση της φωνής του στο έπακρο, αντιμετωπίζει τα χαμηλά και τους ψιθύρους με σεβασμό και αφοσίωση, συνεισφέροντας τα μέγιστα στον μετασχηματισμό των συνθέσεων. Όταν έπιασε τη φυσαρμόνικα στο "Higher Rock" ανατρίχιασαν και οι πέτρες και οι συνειρμοί μιας ζωής πέρασαν μπροστά στα μάτια μας. Όταν άρχισε να προφέρει τους στίχους του "Ramble On", πρώτου περάσματος της βραδιάς από εκείνο το θρυλικό rock σχήμα που ήταν μέλος, μαγευτήκαμε. Στο ρεφραίν και το δεύτερο μέρος του κομματιού δε, η ευρεία πλειοψηφία των παρευρισκομένων εκστασιάστηκε. Η συναυλία δεν κοίταξε ποτέ πίσω.
Οι Saving Grace έχουν καταφέρει με τις προσαρμογές των συνθέσεών τους να διατηρούν μια απαράμιλλη ταυτότητα που βασίζεται σε μια γεμάτη άποψη μινιμαλισμού. Οι συγχορδίες, οι κορυφώσεις των φωνών, όλα, μετατρέπουν κομμάτια κάθε περιόδου, όπως το μακρινό "Let The Four Winds Blow" από το παρελθόν του Plant, σε μια ενιαία πρόταση που μας ταξιδεύει σε μυστικιστικά ηχοτοπία. Προσωπικά μιλώντας, παρακολουθούσα αποσβολωμένος τις ερμηνείες (αλλά και τη στάση του σώματος) του Μύθου να αναδύονται μέσα από αυτές τις ενορχηστρώσεις και τον βράχο του Λυκαβηττού, αδυνατώντας να αντιληφθώ όχι απλώς την ιστορία που συντελείται, αλλά και τη σκιά της που ακόμα μακραίνει.

Σε αυτό το πλαίσιο, και με τον Plant ευδιάθετο και επικοινωνιακό, η εμφάνιση ισορροπούσε ανάμεσα σε τελετουργία και μάζωξη παλαιών φίλων. Η διασκευή και οι διττές ερμηνείες Dian και Plant στο "For The Turnstiles" του Neil Young, ήταν σεμιναριακού επιπέδου, δίνοντας έμφαση στην δυναμική της σύγχρονης τραγουδοποιίας. Η Dian έλαμψε στο "Orphan Girl", όπως και ο πολυοργανίστας Matt Worley στο "Soul Of A Man", όπου ο Plant, με μια ταπεινότητα, σιγόνταρε με δεύτερες. Μια μαγική στιγμή εσωτερικής ισότητας, ένας συντονισμός με μια άρρητη ενέργεια.
Αναμενόμενα, η πλειοψηφία περίμενε την οποιαδήποτε αναφορά στους Led Zeppelin (άντε, το είπα) για να αναζητήσει την έκσταση. Το ανατολίτικο όμως χαρμάνι των Saving Grace, δεν θα διατάρασσε εύκολα τη νιρβάνα του δίχως βαθύτερη αιτία. Η επιλογή της προσθήκης του "Friends" στο σετ μέσα από το κλασικό "III", μια διαχρονική έκκληση προς συντροφικότητα, που με την εμμονή στον folk πυρήνα της το βράδυ της Πέμπτης απέκτησε μορφή ανατατικής ελεγείας, κρίθηκε τρομερά στοχευμένη.

Αυτές οι μικρές εκλεκτικές κινήσεις, ανέδειξαν την συναυλιακή επιστροφή του Plant σε κάτι πολύ πιο υπερβατικό. Στο τυπικό ανκόρ της βραδιάς, αγγίξαμε επίπεδα που λυγίζουν και το πιο κυνικό. Και αν τη δεύτερη εκκίνηση με το "Gallows Pole" την περιμέναμε για εκείνη την ανατροπή από τα έγκατα του κομματιού με το πέρασμα του "Black Dog", προκαλώντας ένα μικρό πανζουρλισμό κατά την ακρόασή του, το μετέπειτα, ήταν μια διαφορετικής ποιότητας ιστορία.
Βλέπετε, μερικές διασκευές αφήνουν ένα ανεξίτηλο συλλογικό αποτύπωμα, ενώνοντας μουσικές φυλές και γενιές. Στο "Saving Grace", το "Everybody’s Song" των Low, ξεχώρισε μονομιάς. Το βαρύ riff της εκτέλεσης του σχήματος, δόνησε ζωντανά τον Λυκαβηττό. Τα μπασοτύμπανα ανάγκασαν τον κόσμο, παρασυρμένο από το φώς του Ενός Plant, να κατευθυνθεί προς την αρένα, όρθιος, έτοιμος να μεταλάβει. "Pour yourself, another cup, another cup, breaking everybody’s heart, tearing everyone apart", σε μια διονυσιακή-απολλώνια ένωση των δύο φωνών, και τα βουρκωμένα βλέμματα ακόμη και όσων δεν είχαν εξοικειωθεί με το δίσκο ή το κομμάτι, αποτελούν το υπέρατο πειστήριο της μεταμορφωτικής δυναμικής της διασκευής. Μια απάτητη ερμηνευτική κορυφή, ένα βαρυτικό πεδίο που κορυφώνει βαθιά ανθρώπινα ρίχνοντάς μας στα πατώματα, τις πνευματικές περιπλανήσεις που προηγήθηκαν.

Κάπου εκεί, νομίζαμε πως αυτή η συγκλονιστική βραδιά είχε φτάσει στο τέρμα της. Όμως, πρώτα τα «χαρούμενα γενέθλια» στη Mimi Plant, όσο και το λογύδριο για ένα ακόμη κομμάτι εκτός προγράμματος, μας ηλέκτρισαν. Που να ξέραμε πως θα ακολουθούσε μια οργασμική απόδοση του τιτάνιου "Rock And Roll", με τα μονόπαντα riffs, τα καταιγιστικά τύμπανα, και τον Θεό Plant να φοράει εκ νέου το μανδύα του μεγαλύτερου rock star που πάτησε πάνω σε αυτή τη γη. Αυτά τα 3μιση λεπτά που ακολούθησαν, επέφεραν ένα χάος στο κοινό, μια συναισθηματική απορρύθμιση, μας ταρακούνησαν.
Με πλήρη απουσία ψυχραιμίας, έστω και τόσες μέρες μετά, ακόμη τραντάζομαι μέσα μου όταν συνειδητοποιώ τι συνέβαινε μπροστά στα μάτια μου. Όσο προσπαθούσα με δάκρυα στα μάτια να δω τι γίνεται γύρω μου, έβλεπα μια γενικευμένη έκσταση. Τεράστιε Robert Plant, δεν ξέρω αν αξίζαμε αυτό το δώρο, μάλλον όμως για μεγάλη πλειοψηφία του κοινού, ήταν ίσως το ομορφότερο που έλαβε ποτέ. Ένας κύκλος ολοκληρωνόταν με εκκωφαντικό, θριαμβευτικό τρόπο, μια άφθαρτη ψυχή σε ένα γερασμένο σώμα μας κοινώνησε το νέκταρ της αιώνιας νεότητας με εκνευριστική άνεση. Το πιο απόκοσμο συναυλιακό ανκόρ της δικής μου ζωής, είχε μόλις λήξει.

Η επιστροφή του Robert Plant στην Αθήνα ξεπέρασε τις οποιεσδήποτε προσδοκίες με χαρακτηριστική άνεση. Πιθανώς να χαθεί κάτω από ανταποκρίσεις και κοινοποιήσεις από τα δεκάδες συναυλιακά δρώμενα, πιθανώς να μείνει μόνο στα στόματα και τα μυαλά όσων προσήλθαν (αλλά για λίγο δεν γέμισαν) το θέατρο. Μάλλον, πολύς κόσμος, στην εποχή του εφήμερου και της διόγκωσης της εμπειρίας του παρόντος σε κάτι 'ανεπανάληπτο’, θα θεωρήσει υπερβολές όσα γράφονται για ένα τέτοιο live. Η αλήθεια (μου) όμως, είναι πως δεν ήμασταν έτοιμα. Και αυτό το μεταμορφωτικό δίδαγμα, δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ, και θα το μοιραστούμε εγκάρδια εκεί που πρέπει. Από τέτοιους μύθους διαιωνίζονται μεγαλύτεροι. Υπόκλιση. Πάθος. Ανατριχίλα. Παύση. Ανάσα. Μαγικός ρεαλισμός. Χαμόγελο. Λύτρωση.
Φωτογραφίες: Γιώργος Κρίκος
Win My Train Fare Home (If I Ever Get Lucky)
Down To The Sea
Higher Rock (διασκευή Martha Scanlan)
Ramble On (διασκευή Led Zeppelin)
There Ain't No Grave Gonna Hold My Body Down (διασκευή Brother Claude Ely)
Four Sticks (διασκευή Led Zeppelin)
Soul Of A Man (διασκευή Blind Willie Johnson)
Orphan Girl (διασκευή Gillian Welch)
Let the Four Winds Blow (Robert Plant and the Strange Sensation)
Calling to You
As I Roved Out
For The Turnstiles (διασκευή Neil Young)
Friends (διασκευή Led Zeppelin)
Encore:
Gallows Pole / Black Dog (διασκευές Led Zeppelin)
Everybody's Song (διασκευή Low)
Rock And Roll (διασκευή Led Zeppelin)
