HELP(2)
Various Artists
Fontaines D.C., Pulp, Damon Albarn, Beth Gibbons, Depeche Mode και όχι μόνο, ενώνουν τις δυνάμεις τους σε μια συλλογή που παίρνει θέση
Μια από τις πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες του Μαρτίου, είναι επιτέλους εδώ. Το "Ηelp(2)" , η τελευταία συλλογή της War Child Records είχε τραβήξει το ενδιαφέρον ήδη με τα singles που προηγήθηκαν, αλλά κυρίως για τον σκοπό πίσω από το project. Πολλοί έμαθαν την War Child τον Σεπτέμβριο του 1995, όταν και κυκλοφόρησε το ιστορικό "HELP". Ακτιβίστριες και καλλιτέχνες, ακραία θορυβημένοι από τις πολεμικές συγκρούσεις στα Βαλκάνια, ίδρυσαν την οργάνωση ώστε να βοηθήσει παιδιά που επηρεάζονταν από τον πόλεμο. Η ιδέα - και κατ’ επέκταση η υλοποίηση - ήταν απλή αλλά εντυπωσιακή: σε παραγωγή της οποίας είχε το lead ο Brian Eno, η πρώτη γραμμή της βρετανικής μουσικής σκηνής (Radiohead, Oasis, Blur, Sinéad O’ Connor, Portishead, Manic Street Preachers, The Stone Roses, Paul McCartney, Suede και άλλοι) μπήκαν στο στούντιο και μέσα σε μια ημέρα ηχογράφησαν μια συλλογή που έσπασε ρεκόρ, τόσο στα charts, όσο και στο ποσό που συγκεντρώθηκε.
Κρατώντας αυτό το στιγμιότυπο, σχεδόν 31 χρόνια μετά η επιτυχία αυτής της συνταγής δοκιμάζεται ξανά σε παραγωγή του James Ford. Η ανάγκη μένει ασφυκτικά επιτακτική, ο κόσμος όμως από τα 90s έχει αλλάξει πολύ. Ο πόλεμος έχει μπει στην καθημερινότητα μας εδώ και μερικά χρόνια με κλιμακούμενη ένταση, ενώ τα social media έχουν γίνει το πεδίο μαρτυριών μιας γενοκτονίας. Ακόμη και ο τρόπος που ακούμε μουσική έχει αλλάξει, με τις πλατφόρμες να έχουν καθιερώσει μια αποσπασματική - και ενίοτε αποκομμένη από κάθε τι - ακρόαση. Αυτό δημιουργεί κάποιες απαιτήσεις για μια συλλογή που θα σέβεται τον εαυτό της, ως προς τον σκοπό, όσο και μουσικά.
Όσον αφορά το πρώτο, η ομάδα καλλιτεχνών που συσπειρώθηκε αυτή τη φορά με συμμετοχές από Αγγλία, Ιρλανδία και ΗΠΑ, δεν μασάει τα λόγια της, ούτε κρατάει ίσες αποστάσεις. Αντίθετα δίνει και μια ουσία, πέρα από μια λάμψη ονομάτων εν κενώ. Από τον Damon Albarn και τον Johnny Marr, μέχρι τους Fontaines D.C. και τις Wet Leg, οι κινήσεις και οι μουσικές πρωτοβουλίες υπέρ της Παλαιστίνης και όχι μόνο, καθορίζουν τον χαρακτήρα της κυκλοφορίας. Μπορεί να αποτελεί μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αναπαράγει την επιλεκτική ευαισθησία που έχουμε δει τελευταία πολύ. Η ευαίσθητη προσέγγιση γύρω από το "HELP(2)" φαίνεται και από την επιλογή του υπεύθυνου για την οπτική του ταυτότητα, του σκηνοθέτη Jonathan Glazer (του σοκαριστικού "The Zone Of Interest"), ο οποίος δίνει τις κάμερες στα ίδια τα παιδιά και μέσα από τη δική τους ματιά βλέπουμε τη δημιουργική διαδικασία να εξελίσσεται μέσα σε μια εβδομάδα του Νοεμβρίου του 2025 στα Abbey Road Studios.
Σε σχέση με το μουσικό στοιχείο - και σε πείσμα του συχνού φαινομένου, συλλογές με τέτοιο χαρακτήρα να υποτιμούν τη μουσική και να καταλήγουν άνευρες ή σαν να έγινε απλά μια συρραφή κομματιών τελευταία στιγμή - έχουμε ένα συνολικό αποτέλεσμα που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες, ενώ ανά σημεία τις ξεπερνά. Είτε πρόκειται για τις διασκευές - άλλες συγκινητικές και άλλες out of the box - είτε για τις συνεργασίες που αποτυπώνουν τον πιο συλλογικό αέρα του εγχειρήματος και τις νέες συνθέσεις, όσα αγαπούν την alt, indie και pop σκηνή θα βρουν σίγουρα κάτι που θα τους μιλήσει.
Η συλλογή των 23 κομματιών ανοίγει με μια αργής καύσης μπαλάντα από τους Arctic Monkeys, στην κλασική τους αισθητική. Το "Opening Night" είναι η πρώτη τους κυκλοφορία από το 2022, υπήρχε στα συρτάρια του Alex Turner για χρόνια και μέσα από το χτίσιμo, όσο και από την στιχουργική μεταφορά, ει τον τόνο για τη συνέχεια. Ακολουθεί το εξαιρετικό "Flags", η σύμπραξη των Damon Albarn, Grian Chatten και Κae Tempest, ένα σημείο αναφοράς στον συλλογικό τρόπο δημιουργίας, με την συμμετοχή παιδικής χορωδίας και τον Johnny Marr στην κιθάρα. Η ευαισθησία στις νότες του πιάνου του Albarn, με την συνομιλία της χροιάς του Grian και του spoken-word του Kae, αποτυπώνει αυτή την μελαγχολία της ήττας, που όμως ποτέ δεν παύει να φυλάει κάπου ένα ψήγμα ελπίδας - "When I grow up, I’ll do it different".
Ίδιο αποτύπωμα αφήνει και μια από τις πιο ξεχωριστές διασκευές του "HELP(2)", το "Black Boys on Mopeds" της Sinead O’ Connor από τους Fontaines D.C. Tιμoύν την παρακαταθήκη όχι μόνο της συμμετοχής της στο πρώτο "HELP", αλλά βασικά της αντίληψής της που τόσο λοιδορήθηκε, επιλέγοντας ένα από τα πιο πολιτικά και συγκινητικά της τραγούδια, ένα κατηγορώ για τον δυτικό κόσμο, όπου δεν αξίζουν οι ζωές όλων των παιδιών το ίδιο. Κολλάει στο μυαλό ο στίχος "these are dangerous days". Σε αυτή την ηρεμία που γίνεται ξέσπασμα και οργή, πατάει μέσα από την μεταφορική του διάσταση και το "Parasite" των English Teacher, μια σύνθεση που απλώνεται στον χρόνο για να αναδείξει τη συνθετότητά της (με τον Graham Coxon των Βlur να έχει βάλει το χεράκι του).
Το πολιτικό και αντιπολεμικό στοιχείο διαπερνά τη συλλογή και τις μουσικές υφές της, από το electronic take των Depeche Μode στο folk αντιπολεμικό "Universal Soldier" (το οποίο αποτελεί και την πιο γενναία διασκευή, αφού κάνει άνω κάτω τις φόρμες και πετυχαίνει τόσο μέσα από την ερμηνεία του Gahan, όσο και μέσα από την σκοτεινή, ηλεκτρονική του ένταση μια ενδιαφέρουσα σύνδεση με τα σημερινά πεδία του πολέμου) μέχρι την dub και neo-soul συμβολή των Erza Collective και της Greentea Peng. Δύο εκρηκτικές στιγμές του "HELP(2)" ανήκουν αναμφίβολα στους Υοung Fathers με το "Don’t Fight The Young" και τους Pulp με το πιο punk και χορευτικό "Begging For Change". Εκείνο όμως το σημείο που σε τραβάει απότομα κάπου στη μέση της ακρόασης, δεν είναι άλλο από το "Warning", αυτή την οργισμένη καταβύθιση στον ζόφο, δια χειρός και φωνής του Cameron Winter των Geeze. Το άγχος που σου μεταδίδουν τα έγχορδα, η οριακά spoken κλιμάκωση, όχι μόνο μένουν, αλλά είναι και λόγοι επιστροφής.
Σε άλλο μήκος κύματος, αλλά εξίσου επιτυχημένα, απλώνονται ηχητικά οι συμβολές των Black Country, New Road με το "Strangers" όπως και των The Last Dinner Party με το "Let’s Do It Again!". H διαχείριση της απώλειας και η συνειδητοποίηση μιας τοξικής λούπας, με την ήπια indie οπτική των πρώτων ή με την θεατρική και άγρια alt έκφραση των δεύτερων, μπαίνουν στο κάδρο για να συνομιλήσουν με την ρομαντική ειρωνεία της διασκευής των Wet Leg στο "Obvious" - στο οποίο μοιράζονται μια πιο ευάλωτη εκδοχή τους.
Yπάρχουν πολλές στιγμές στο "HELP(2)" συναισθηματικές και εύθραυστες, είτε διαπραγματεύονται τη θλίψη, όπως το σπαρακτικό "Carried My Girl" με τα υπέροχα φωνητικά της Bat For Lashes και το γλυκό dreamy indie των Big Thief στο "Relive, Redie", είτε τη νοσταλγία όσων δεν επιστρέφουν, με την διασκευή του "Lilac Wine" από την Αrooj Aftab και τον Beck. To ίδιο και με την ελπίδα, την εσωτερικότητα και την αγάπη - oι The Foals μέσα από το δικό τους ατμοσφαιρικό rock, η Beth Gibbons μέσα από την ίσως καλύτερη διασκευή που έχει γίνει στο "Sunday Morning" των Velvet Underground με τη Νico. Αυτό μένει και στο ειλικρινά λιτό και συγκινητικό φινάλε, με την διασκευή του "The Book Of Love" των Magnetic Fields από την Olivia Rodrigo και τον Graham Coxon. Μια διασκευή που κρατά τον πυρήνα του original με σεβασμό, αποτυπώνοντας παράλληλα το εύρος και τα επίπεδα μιας νέας καλλιτέχνιδας. Αυτή η σύμπραξη αναδεικνύει και την διαγενεακή ταυτότητα αυτού του εγχειρήματος - με μπόλικη δόση της νεότερης γενιάς - που δίνει τις μικρές ή μεγαλύτερες εκπλήξεις του.
Με λίγα λόγια, το "HELP(2)" καταφέρνει να δώσει μουσική που αξίζει, ακόμη κι αν δεν επιστρέψει ο καθένας στη συλλογή ως σύνολο, αλλά σε στιγμές της. Δείχνει έναν πλούτο δημιουργικότητας και συνεργασιών, δίνοντας τον τόνο για το πώς. Κυρίως όμως, δίνει ένα ξεκάθαρο γιατί. Σε καιρούς που φαίνεται όλα να καταρρέουν - σίγουρα η ειρήνη και τα συλλογικά αφηγήματα - προσφέρει έναν μικρό χώρο για να ειπωθεί το ακριβώς αντίθετο και να υποστηριχθούν παιδιά που βρίσκονται στη δίνη του πολέμου. Δεν αρκεί, αλλά λειτουργεί σαν μια υπενθύμιση για πράξη.
*Τέτοιες πρωτοβουλίες παίρνουν την προβολή που τους αξίζει, υπάρχουν βέβαια και άλλες, πιο diy, λιγότερο γνωστές και αυθόρμητες συλλογές που κυκλοφορούν τα τελευταία χρόνια - συνήθως μέσω Bandcamp. Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να τις ψάχνουμε και να τις στηρίζουμε.
