A Prog Session: Galahad
Οι σκιές που επιμένουν να μένουν
Στη συνολική πολυπλοκότητα των ανθρώπινων διαπροσωπικών επαφών, υπάρχουν σχέσεις που κρατάνε και σχέσεις που τελειώνουν. Υπάρχουν, όμως, κι εκείνες που δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά. Θέλεις η συνήθεια, η μνήμη ή η αγάπη, θέλεις η (α)πιθανότητα επανασύνδεσης που ελλοχεύει καμουφλαρισμένη στο θυμικό, κάτι συνεχίζει να συντηρεί μια ιδιότυπη επικοινωνία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που έχουν πάψει προ πολλού να βαδίζουν προς την ίδια κατεύθυνση.
Με την παρουσία του άλλου να συνεχίζει να υπάρχει στη ζωή σαν απόηχος, όντας όχι αρκετά κοντά για να προσφέρει κάτι ουσιώδες και πραγματικό, αλλά αρκετά παρούσα ώστε να εμποδίζει την επούλωση, η συνειδητοποίηση ότι η ισορροπία έχει χαθεί έρχεται εύκολα. Δεν αρκεί, όμως, αφού η δύσκολη εμπέδωση βρίσκεται αλλού. Ορισμένες φορές η αγάπη δεν αρκεί, η ιστορία δεν αρκεί, μήτε αρκούν η οικειότητα και οι αναμνήσεις. Όταν συνεχίζεις να δίνεις χρόνο, ενέργεια, ενδιαφέρον και συναισθηματικό χώρο χωρίς να λαμβάνεις τίποτα αντίστοιχο πίσω, παρά μόνο μια αβέβαιη παρουσία και μια οικεία απαξίωση, τότε γεννιέται η ανάγκη της απαγκίστρωσης. Μιας συντριπτικής απόφασης ώστε να πάψεις επιτέλους να ακολουθείς φαντάσματα.
Days Of Progressive Past vol. 86:

Δημιουργημένοι στο Dorset, στα μέσα της δεκαετίας του '80, οι Galahad εμφανίστηκαν σε μια εποχή όπου το progressive rock βρισκόταν σε διαδικασία ανασυγκρότησης και επαναπροσδιορισμού. Οι σπουδαίες μπάντες του ιδιώματος είτε είχαν μεταμορφωθεί σε πιο εμπορικές εκδοχές του εαυτού τους είτε είχαν περάσει στην αδράνεια. Έτσι, το έδαφος φαινόταν πρόσφορο για μια νέα γενιά μουσικών που θα επιχειρούσε να επαναφέρει το συναίσθημα, την αφηγηματικότητα και τη μεγαλοπρέπεια του κλασικού prog σε πιο σύγχρονα πρότυπα.
Προφανώς, μιλάμε για την ίδια συνομοταξία σχημάτων όπως οι Marillion, οι IQ, οι Pendragon και οι Pallas. Σε αντίθεση, όμως, με αρκετούς συνοδοιπόρους τους, φαινόταν ότι εξαρχής αναζητούσαν τρόπους διεύρυνσης της ηχητικής τους παλέτας, μια προοδευτική αντίληψη στην οποία εξέχοντα ρόλο διαδραμάτισε η περσόνα του τραγουδιστή Stuart Nicholson. Η χαρακτηριστική, δραματική φωνή του αποτέλεσε γρήγορα αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας του συγκροτήματος, όντας μια αφηγηματική μορφή που ξεχώριζε του καλλιτεχνικού οράματος τους.
Με τα χρόνια να περνούν, το σχήμα θα πειραματιζόταν με ήχους που θα προσέγγιζαν ακόμη και industrial ή ηλεκτρονικά ηχοτοπία, διατηρώντας αναλλοίωτο το προσωπικό δημιουργικό τους στίγμα. Ίσως να μην έγιναν ποτέ μεγάλοι με αυστηρά εμπορικά κριτήρια, αλλά κατάφεραν να κυκλοφορήσουν μια χούφτα σπουδαία άλμπουμ, ένα εκ των οποίων ξεχωρίζουμε εδώ.
Following Ghosts (Avalon, 1998)

Κυκλοφορώντας το 1998, λίγο πριν την αυγή της νέας χιλιετίας, το "Following Ghosts" δεν αποτελεί ένα concept άλμπουμ με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Δεν υπάρχει μια γραμμική ιστορία ή χαρακτήρες, αλλά υπάρχει μια ισχυρή θεματική συνοχή, η οποία προσομοιάζει σχεδόν με ένα είδος εξομολόγησης. Η κεντρική ιδέα περιστρέφεται γύρω από τη μνήμη και την αδυναμία αποδέσμευσης από αυτήν. Οι παλιές σχέσεις, οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες, οι συζητήσεις που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ ή οι συναισθηματικοί λογαριασμοί που έμειναν ανοιχτοί, αυτά είναι τα φαντάσματα που έχουν αφήσει το αποτύπωμα τους χαραγμένο πάνω μας.
Παρά το δύσκολο θέμα, το άλμπουμ αποφεύγει να ακουστεί μελοδραματικό και αυτό στέκει σαν ένα μεγάλο προσόν. Ο χωρισμός δεν έχει δραματικότητα, αλλά προσομοιάζει με τη διαδικασία αργής φθοράς, μια αδυναμία να μετακινηθείς από μια δυσλειτουργική κατάσταση. Μουσικά, δε, ο δίσκος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία πλευρά υπάρχει εμφανώς ο neo-prog χαρακτήρας, με τις μελωδικές γραμμές, τις αναπτυγμένες συνθέσεις και την αφηγηματική προσέγγιση να είναι απολύτως αναγνωρίσιμες. Από την άλλη, οι ηλεκτρονικές υφές και η σκοτεινή ατμόσφαιρα προσδίδουν έναν σύγχρονο χαρακτήρα που τον διαφοροποιεί από τον μέσο όρο του ιδιώματος.
Τα πλήκτρα λειτουργούν σχεδόν κινηματογραφικά, χτίζοντας ένα αίσθημα νοσταλγίας και απώλειας, συνεπικουρούμενα από τις εξυπηρετικές - στις διαθέσεις και τις δυναμικές των συνθέσεων - κιθάρες. Άλλωστε, ακόμη και όταν ο δίσκος κορυφώνεται, το κάνει με τρόπο εσωτερικό και συγκρατημένο, δίχως έντονες εξάρσεις - με εξαίρεση το εναρκτήριο, σχεδόν prog metal "Myopia". Κορυφαία στιγμή του άλμπουμ, αλλά ίσως και από τις πιο σπουδαίες της δισκογραφίας των Βρετανών, στέκεται το 14 λεπτών "Bug Eye", μια κλιμακούμενη σουίτα συναισθηματικών κορυφώσεων, με εξαιρετική ερμηνεία του Nicholson.
Σχετικά με τον τελευταίο, ο Βρετανός ερμηνευτής ξεχωρίζει για το εσωστρεφές και θεατρικό των ερμηνειών του, έχοντας λάβει ψήγματα επιρροής από το σπουδαίο Peter Gabriel. Εδώ, απογυμνωμένος από την ανάγκη επιβολής, ενσαρκώνει απόλυτα την περσόνα του ατόμου που έχει ήδη χάσει και προσπαθεί να κατανοήσει - και να διαχειριστεί - το μέγεθος της απώλειας, αφαιρώντας από τον ακροατή αυτήν την ευθύνη.
Τί ακολούθησε;

Η μπάντα συνέχισε να εξελίσσεται δημιουργικά και στα χρόνια που ακολούθησαν, φθάνοντας να κυκλοφορήσει μερικά εξαιρετικά άλμπουμ προοδευτικού rock. Ξεχωρίζουμε τα "Battle Scars" και "The Last Great Adventurer" ως κορυφαία δείγματα γραφής μιας ανήσυχης μπάντας, σε ένα παρεξηγημένο από πολλούς υποϊδίωμα όπως το neo - prog. Όσο για την υστεροφημία του "Following Ghosts", η επαναπροσέγγιση της μπάντας είκοσι χρόνια μετά, το 2019, με εναλλακτικές εκτελέσεις και νέες οπτικές στο έργο, δείχνει πως η κληρονομιά του στέκει σημαντικότατη.
Μπορεί να μην είναι ο πιο άρτιος τεχνικά ή ο πιο φιλόδοξος δίσκος τους, μα η βαθιά ανθρώπινη υπόσταση του μιλάει κατευθείαν στο θυμικό. Όλοι, αργά ή γρήγορα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τα δικά μας φαντάσματα. Με εκείνες τις σχέσεις που μας καθόρισαν αλλά δεν μπορούν πια να μας συνοδεύσουν ή με εκείνες τις καταστάσεις που συνεχίζουμε να δίνουμε, ενώ γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει πλέον τίποτα να λάβουμε. Και τότε έρχεται η στιγμή που πρέπει να σταματήσουμε να κυνηγάμε φαντάσματα. Όχι γιατί τα ξεχάσαμε, μα γιατί επιτέλους αποφασίσαμε να ζήσουμε δίχως αυτά.
