Sleater-Kinney

No Cities To Love

Sub Pop (2015)
Από τον Παναγιώτη Σταθόπουλο, 20/02/2015
Σε τούτο το νεοφερμένο δημιούργημά τους, οι Sleater-Kinney αρθρώνουν μια καλαίσθητα πηγαία και επαρκώς άχρονη ηχητική πρόταση
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;
Το γεγονός της δισκογραφικής επαναδραστηριοποίησης των Sleater-Kinney, φτάνει από μόνο του για να στήσει ένα χορό θετικών εντυπώσεων, προτού κανείς έρθει σε επαφή με τη δυναμική του υλικού που εσωκλείει αυτή η επάνοδος. Βλέπετε, η είδηση της γεφύρωσης του χάσματος που χώριζε την εν λόγω γυναικεία τριάδα με τις δημοφιλείς ιδιαιτερότητες και οδήγησε στην σχεδόν προ δεκαετίας διάσπασή της, είναι στ' αλήθεια επαρκής ώστε να δημιουργήσει αισθητό αντίκτυπο εν τη «γενέσει» της. Άλλωστε, οι προαναφερθείσες ιδιαιτερότητές τους ήταν αυτές που καθόρισαν σε σημαντικό βαθμό την εξεγερμένη θηλυκή τραγουδοποιία από τα μέσα των '90s κι έπειτα. Και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά σε εκείνη την τραγουδοποιία που κείτεται υπό την ετικέτα «riot grrrl».

Από την άλλη, η κυκλοφορία του όγδοου πλήρους διάρκειας άλμπουμ τους, "No Cities To Love", ύστερα από το "The Woods" του μακρινού 2005, πυροδοτεί προσδοκίες και απαιτήσεις από το κοινό που τις λάτρεψε. Προσδοκίες και απαιτήσεις που καταφθάνει για να εκπληρώσει δίχως την προϋπόθεση των επαναληπτικών ακροάσεών της. Παράλληλα, τούτος ο δίσκος επιτρέπει στις Corin Tucker (φωνητικά, κιθάρα), Carrie Brownstein (κιθάρα, φωνητικά) και Janet Weiss (ντραμς), που στοιχειοθετούν τη μακροβιότερη σύνθεση (1996-2006/2014-) των Sleater-Kinney από την ίδρυσή τους το 1995, να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά με ένα κοινό (νεότερο και μη) που δεν τις συγκατέλεγε μέχρι και σήμερα στα αγαπημένα του ακούσματα.

Δίχως να ξεπατικώνει τη μουσική διάλεκτο μέσα από την οποία εξέφραζε τις ακραιφνώς «αριστερές» απόψεις του, το έντονο φεμινιστικό του στίγμα και τις punk  αξίες του, το σχήμα με καταγωγή από την Ολύμπια της Ουάσιγκτον και έδρα πια το Πόρτλαντ του Όρεγκον, απλώνει σε δέκα τραγούδια μια απολαυστική ηχητική φρεσκάδα. Το παρελθόν του, υφίσταται μονάχα ως αφετηρία ώστε να ξεδιπλώσει με αμεσότητα μια αλληλουχία ευκολομνημόνευτων στιγμιοτύπων.

Με φόρα από το πάλαι ποτέ εναλλακτικό ροκ της χώρας τους και πανταχού παρούσες τις βρετανικές μετά-punk διδαχές των Gang Of Four, οι προκείμενες Αμερικανίδες αξιοποιούν τις παραστάσεις που αποκόμισαν από κάθε κόμβο της σταδιοδρομίας τους˙ είτε αυτές απαντώνται στις άγουρες πρώτες ημέρες τους και «φωνάζουν» θορυβώδη επιθετικότητα, είτε στην γόνιμη συνθετική αντίληψη του "Dig Me Out", είτε εντοπίζονται στο πληθωρικό και εύληπτο ροκ των αρένων που επέλεξαν να ασπαστούν κατά κάποιο τρόπο στα '00s (τόσο στις ζωντανές τους εμφανίσεις όσο και στις στουντιακές τους ηχογραφήσεις). Συγχρόνως, δεν ξεχνούν να  εκμεταλλευτούν την ώθηση που έλαβαν από την περίοδο μετά τη διάλυση του γκρουπ και τη νέα τάξη πραγμάτων μέσα από τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες των μελών τους με άλλα πρότζεκτ. Η Tucker, μετά τις προσωπικές της αναζητήσεις που κατέθεσε σε δύο σόλο άλμπουμ ακούγεται πλήρης και γεμάτη αυτοπεποίθηση, τόσο μέσα από την θελκτικά «στακάτη» ερμηνεία της από μικροφώνου που αναγάγει τη φωνή της σε επιπλέον όργανο, όσο και από τα καμπανιστά και αιχμηρά κιθαριστικά riff της. Οι Brownstein και Weiss, προσδίδουν νεύρο σε κιθάρες και τύμπανα αντιστοίχως, που ηχεί σύγχρονο παρόλη τη γνώριμη «φυσιογνωμία» του, μεταφέροντας τις εμπειρίες τους από την αξιόλογη κοριτσοπαρέα των Wild Flag, που ίδρυσαν το 2010 και η οποία εγκατέλειψε τις «επάλξεις» το 2013.

Όλο τα παραπάνω, μαζί με την στηλιτευτική τους στάση απέναντι στον μηχανιστικό τρόπο ζωής των σύγχρονων κοινωνιών της συλλογικής και προσωπικής κρίσης, μα πολύ περισσότερο η χαρά της δημιουργίας, ρέουν αβίαστα στη μισή ώρα του "No Cities To Love". Από την εισαγωγική για τις προθέσεις τους ενότητα του "Price Tag" και την εκστατική ρυθμική ισχύ του "Surface Envy", έως και τη σκερτσόζα ποπ του ομώνυμου του δίσκου κομματιού-ωδή στις ανυπόφορες πόλεις με τις κενές παροχές τους. Από τις σπειροειδείς κιθαριές του υπέροχου "Bury Our Friends" και το κολλητικό a la Blondie "Hey Darling", μέχρι και την καθηλωτική κατακλείδα του "Fade", το οποίο μαρτυρά συναισθηματική κούραση εν μέσω εναλλαγών σε τέμπο, καθώς και μέσα από τεχνητό reverb και feedback.

Σε τούτο το νεοφερμένο δημιούργημά τους, οι Sleater-Kinney αρθρώνουν μια καλαίσθητα πηγαία και επαρκώς άχρονη (θα μπορούσε κάλλιστα να έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά το '77 και την έκρηξη του punk) ηχητική πρόταση. Μια πρόταση που συναρπάζει αυτόματα, σφύζοντας από ειλικρίνεια και ευθύτητα. Διαπιστώστε το...
  • SHARE
  • TWEET