Rishloo

Living As Ghosts With Buildings As Teeth

Self Released (2015)
Από τον Μάνο Πατεράκη, 02/02/2015
Ανατριχιαστικό αποκύημα της τρέλας των Mars Volta και των A Perfect Circle
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;
Οι Rishloo είναι από τις πιο αδικημένες μπάντες εκεί έξω. Πέντε χρόνια μετά την τελευταία τους δουλειά, η οποία είχε συμπεριληφθεί στις underground κυκλοφορίες του 2009, και μετά την αποχώρηση και επαναπρόσληψη της απίστευτης φωνής του Andrew Mailloux, έσκασε από το πουθενά ετούτη η κυκλοφορία. Μηδενική προώθηση και μηδενικός θόρυβος από τα ανά τω κόσμω μεγάλα site που ανακαλύπτουν άγνωστα αριστουργήματα, στην ουσία απλά αναπαράγοντας το ένα τους εκθειασμούς του άλλου. Το "Living As Ghosts With Buildings As Teeth" είναι καρπός crowdfunding και, συνεπώς, πραγματικά πολύ κόπου. Ο ιδρώτας είναι πάντα το τίμημα όταν θες με λιγοστά χρήματα να προκύψει κάτι με τέτοια παραγωγή και τόση δουλειά σε συνθετικό / τεχνικό επίπεδο. Ένας λόγος παραπάνω να τους παραδεχτούμε; Ναι.

Όχι ότι χρειαζόμασταν αυτό, βέβαια. Προσωπικά, με είχαν κερδίσει ήδη με την δεύτερη δουλειά τους, όταν και τους έμαθα. Μιλάμε για το εξαιρετικό "Eidolon" του 2007, το οποίο οφείλει να ακούσει με κλειστά τα μάτια όποιος αρέσκεται στο βαρύ αμερικάνικο εναλλακτικό prog και ψάχνει ένα-ένα τα μπάσταρδα παιδιά των Tool και των A Perfect Circle. Όταν έμαθα, λοιπόν, τυχαία ότι μετά από μακρά σιωπή και ένα χαμηλών τόνων reunion έχουμε επιτέλους τον διάδοχο του "Feathergun", πέταξα την σκούφια μου και άκουσα με προσήλωση. Αρχικά μου άρεσε πολύ αυτό που άκουγα, αλλά δεν έπιασα το μέγεθός του. Εν τέλει το συνειδητοποίησα: μιλάμε για βραδυφλεγές άλμπουμ, με οργασμικό φούντωμα της φλόγας και αξιοζήλευτο βάθος. Ναι, δισκάρα, πες το κι έτσι.

Στην εμπροσθοφυλακή για ακόμη μια φορά η φωνή του Andrew Mailloux. Τι τύχη να έχεις στις τάξεις σου έναν τέτοιο τραγουδιστή! Άλλοτε αρθρώνοντας σαν τον Maynard James Keenan, άλλοτε λαρυγγίζοντας σαν τον Cedric Bixler-Zavala και πάντα με τη δική του χαρακτηριστική χροιά που είναι άμεσα αναγνωρίσιμη. Οι υπόλοιπες πινελιές στο προσκήνιο και ουχί στο παρασκήνιο από τους υπόλοιπους παικταράδες.

Το εναρκτήριο "The Great Rain Beatle" φωνάζει Mars Volta με τρόπο που ελάχιστα συγκροτήματα μπορούν, κυρίως χάρη στις κιθάρες του David Gillett που σολάρουν σπασμωδικά και δαιμονισμένα. Ακολουθεί το εξωπραγματικό "Landmines" και καταλαβαίνεις πού το πάνε το πράγμα: το ασυγκράτητο πάθος, κοινωνός του οποίου μπορεί να είναι μόνο η μουσική, θα συνεχίζει να ρέει χειμαρρώδες ως το τέλος της κυκλοφορίας. Εδώ, πέρα από τον άκρως μοντέρνο ήχο, θα συναντήσουμε και τα ψήγματα '70s prog -σιγά μην έλειπαν εδώ που τα λέμε- ενώ δύο λεπτά πριν το τέλος θα έχουμε ένα αναπάντεχο άδειασμα του ήχου με απογυμνωμένο σόλο της κιθάρας ακολουθούμενο από ένα από τα πιο πωρωτικά τελειώματα που έχουμε ακούσει εδώ και χρόνια. Οι Fair To Midland, άλλη απίστευτη μπαντάρα, θα έρθουν στο μυαλό, αν και «συνομήλικοί» τους, οπότε ίσως είναι αδόκιμη η σύγκριση.

Το "Dead Rope Machine" χαμηλώνει τους τόνους, όχι όμως και τον προοδευτικό καταιγισμό ενδιαφέροντων θεμάτων και μελωδιών. Έχουν περάσει μόλις τρία κομμάτια και συνειδητοποιείς ότι έχεις ήδη προλάβει να ακούσεις φοβερές ιδέες που θα γέμιζαν ολόκληρο δίσκο κάποιου άλλου καλλιτέχνη. Και ακόμα δεν έχει φτάσει το δεκάλεπτο κομμάτι της κυκλοφορίας, ονόματι "Dark Charade". Κάμποση από ονειρική ακροβασία των Dredg και των Kaddisfly μέχρι να περάσει το τέταρτο λεπτό και να γίνουν πάλι βλοσυροί και επιβλητικοί, όπως οι Amplifier στις καλύτερες στιγμές τους ή οι Alpha Galates στην μία και μοναδική δισκάρα τους (πολύ name-dropping; 'Σχωράτε με αλλά υπάρχουν τόσες παραγνωρισμένες συγκροτηματάρες στο χώρο και βρήκα ευκαιρία να ξεσπαθώσω).

Η αποφόρτιση μετά το "Dark Charade" έρχεται με το "Salutations", το οποίο βυθίζεται υπέροχα στην ατμόσφαιρά του με ηλεκτρονικό σκέρτσο. Το σκοτάδι, όμως, είναι εκεί. Μια ξεμυτίζει και απειλεί να καταπιεί τα πάντα, μια χώνεται πάλι στην κρυψώνα του, ακριβώς όπως στο "Radio", που παίζει ανυποψίαστα με τις εναλλαγές μεταξύ αισιόδοξου και ζοφερού. Το "Winslow" ανεβάζει τόνους και με την εξοργισμένη ερμηνεία του Mailloux και το ευφυές drumming του Jesse Smith σε προσκαλεί σε κοπάνημα του κεφαλιού ή σφίξιμο της γροθιάς. Για το τέλος έχουμε το "Just A Ride" και όπως κάθε καθωσπρέπει κυκλοφορία, κλείνει το ταξίδι με κομμάτι που αφήνει αίσθηση κάθαρσης και προσμονής.

Μεγάλος δίσκος.

Υ.Γ.: Το "Living As Ghosts With Buildings As Teeth" κυκλοφόρησε ηλεκτρονικά τον Δεκέμβριο του '14, ωστόσο σε φυσική μορφή το πιάσαμε τον Ιανουάριο του '15, οπότε κατατάξτε το όπου σας βολεύει.
  • SHARE
  • TWEET