Black Country Communion

Black Country

J&R Adventures (2010)
Από τον Κώστα Σακκαλή, 21/09/2010
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;
Σκυμμένος πάνω στη γραφομηχανή (μία Remington του '27), χαρτιά σκισμένα και πεταμένα τριγύρω, το CD των Black Country Communion να παίζει και δεν πιστεύω αυτό που ακούω. Είχα ετοιμάσει πολλές εναλλακτικές εισαγωγές για το κείμενο, όλες γεμάτες χολή και κακία για τα αποτυχημένα supergroup με την απαραίτητη ιστορική αναφορά που περιλαμβάνει οπωσδήποτε τους Firm και φτάνει μέχρι τους Velvet Revolver. Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν με ένα μικρό πρόβλημα. Ο δίσκος των Black Country Communion σκίζει!

Ποιός θα περίμενε ότι ένα συγκρότημα που δείχνει δημιούργημα του παραγωγού Kevin Shirley, και περιλαμβάνει έναν ταλαντούχο μπλουζά, έναν μισοεξαφανισμένο βετεράνο, έναν γνωστό σεσιονά (sic) με metal παρελθόν και έναν γυρολόγο μουσικό, φορέα ονόματος μεγαλύτερου της καλλιτεχνικής του αξίας, θα έβγαζε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες της χρονιάς;

Κι όμως. Ψάχνω εξονυχιστικά να βρω ένα ψεγάδι και δεν τα έχω καταφέρει. Είχα ποντάρει τα λεφτά μου στη φωνή του Glenn Hughes. Τελευταία έδειχνε να έχει χάσει λίγη από τη δυναμική της και μαζί της ο ίδιος είχε χάσει το μέτρο των φωνητικών υπερβολών του. Έλα όμως που ακούγεται σαν έφηβος με τη φωνή του να παρουσιάζεται ικανή τόσο στην ένταση της ερμηνείας όσο και στους απαραίτητους ακροβατισμούς του. Δε θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία του στα φωνητικά. Η συνεισφορά του όμως δεν περιορίζεται σε αυτό. Οι μπασογραμμές του, δυνατές, τεχνικές και μελωδικές όπως πάντα, είναι από τα σημεία που ξεχωρίζουν στο δίσκο. Κάπου εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και το εξαιρετικό, ώριμο και ...κληρονομικό παίξιμο του Jason Bonham που μαζί με τον προαναφερθέντα κύριο δημιουργούν τη νέα αγαπημένη rhythm section της χρονιάς και όχι μόνο. Ένα απρόσμενα καλό ζευγάρωμα.

Ο Joe Bonamassa ήταν ίσως το πιο σίγουρο στοίχημα. Προερχόμενος από έναν (ακόμα) πετυχημένο δίσκο ("Black Rock") και γενικά στα (μουσικά) ντουζένια του, είχε την πολυτέλεια να παίζει, κατά μία έννοια, εντός έδρας συνεργαζόμενος με τον μόνιμο παραγωγό του. Η έκπληξη προέρχεται από το γεγονός ότι η κιθάρα του ηχεί εδώ διαφορετικά από το γνώριμο blues rock ήχο του επεκτείνοντας το ρεπερτόριό του, δίνοντας, μάλιστα, την εντύπωση μίας ευκαιρία που περίμενε καιρό και με την οποία διασκεδάζει. Όταν δε προσθέτει και τη φωνή του δίνοντας μία πιο γλυκιά χροιά που λείπει από την τραχύτητα του Hughes αποδεικνύει πόσο έχει βελτιωθεί και σε αυτόν τον τομέα μέσα στα χρόνια.

Ο αδικημένος της παρέας είναι σαφώς ο Derek Sherinian. Στα περισσότερα τραγούδια η συμμετοχή του είναι συμπληρωματική και βγαίνει στο προσκήνιο μόνο στα μεγαλύτερης διάρκειας ή πιο ατμοσφαιρικά τραγούδια αλλά και εκεί σε μετρημένες περιπτώσεις έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Προσέξτε όμως, το ότι η παρουσία του περνάει συχνά απαρατήρητη δε σημαίνει ότι η απουσία του δε θα ήταν αισθητή.

Ίσως η μαεστρία με τη οποία χειρίστηκε το υλικό αλλά, κακά τα ψέματα, και τις προσωπικότητες των τεσσάρων μουσικών, να δίνει το δικαίωμα στον Kevin Shirley να θεωρεί εαυτόν πέμπτο μέλος της μπάντας. Όντως έχει καταφέρει να διατηρήσει έναν ομοιογενή ήχο σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ που είναι τόσο βαρύς και τόσο ρετρό ταυτόχρονα, τόσο παραδοσιακός και τόσο ανοιχτόμυαλος, όσο χρειάζεται για να χαρακτηρισθεί ως το classic rock όπως θα έπρεπε να είναι εν έτη 2010.

Μετά από τα παραπάνω ίσως είναι αντιληπτό ότι η σταχυολόγηση συνθέσεων από το σύνολο του δίσκου είναι σχεδόν αδύνατη. Μπορώ να ομολογήσω απλώς ότι η πρώτη ακρόαση μού άφησε στο μυαλό τo a la Deep Purple "Black Country", το funky μελωδικό single "One Last Soul", το λυρικό  "Song Of Yesterday" που θα μπορούσε να είναι η συνέχεια του "Sloe Gin" του Bonamassa, το εθιστικό "Sista Jane" με τις εναλλαγές στα φωνητικά και τις soul αποχρώσεις και το ευκαιρία-να-τζαμάρουμε-λιγάκι "Too Late For The Sun".

Η δεύτερη ακρόαση μού αποκάλυψε το βαρύ, σχεδόν Sabbathικό riff του "Down Again", το μπάσο που θερίζει στο "Νο Time", την μπλουζιά του "The Revolution In Me" ενώ στο γνώριμο "Medusa" των Trapeze ο Hughes δε διστάζει να αναμετρηθεί με το παρελθόν του και να νικήσει το χρόνο. H τρίτη πλέον ακρόαση έκανε σαφές ότι ακόμα και τα πιο κοινότυπα τραγούδια τους έχουν μία ξεχωριστή μαγεία είτε αυτή είναι τα ανατολίτικα solo κιθάρας και πλήκτρων στο "Stand (At The Burning Tree)", είτε τα κλασικίζοντα περάσματα του Bonamassa σε συνδυασμό με την over the top ερμηνεία του Hughes στο "The Great Divide", είτε το ο-Hendrix-συναντά-τους-Zeppelin στυλ του "Beggarman".

Η ασφάλεια της ποιότητας του υλικού δίνει τη δυνατότητα στο Bonamassa να αυτοσαρκάζεται λέγοντας ότι ένα supergroup δεν είναι τίποτα άλλο από "overpaid underachivers". Η πραγματικότητα των Black Country Communion, όμως, λέει ότι η συνάντηση των τεσσάρων αυτών μουσικών δημιούργησε όχι μόνο έναν δίσκο-απόλαυση αλλά πιθανότατα και πολύ καλύτερο αποτέλεσμα από όσα καταφέρνει ο καθένας τους μεμονωμένα στις solo καριέρες τους. Αυτό δεν είναι και το νόημα εξάλλου;
  • SHARE
  • TWEET